Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Η υποκρισία θεσμοποιεί τα κόμματα των αγορών



ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΟΥΤΣΗ

Όταν βεβαιώθηκαν ότι τα κόμματά τους μπήκαν στο απυρόβλητο για τις πανθομολογούμενες διαπλοκές με τη Siemens, τη Ferrostal, τη Man, τους εγχώριους «νταβατζήδες» και τους λοιπούς που μοιράστηκαν τον πακτωλό των κονδυλίων και των δανεικών της χρυσής (τους) προηγούμενης δεκαετίας, επιδόθηκαν στο λαϊκίστικο τροπάρι της καταγγελίας συλλήβδην των κομμάτων ως κρατικοδίαιτων άχρηστων μηχανισμών.
Άκρως αποκαλυπτικοί για τους πραγματικούς στόχους υπήρξαν οι διάλογοι τόσο μέσα στη Βουλή με αφορμή επερώτηση της κ. Μπακογιάννη και τη γενίκευση της συζήτησης που ακολούθησε, όσο και στην εκπομπή της δευτεριάτικης «Ανατροπής». Η σχετική θεματολογία που αναπτύχθηκε επικεντρώθηκε τεχνηέντως και με επιμονή στη διαπίστωση ότι το κομματικό σύστημα επιχορηγείται πλουσιοπάροχα από το κράτος, ενώ ο κόσμος γύρω μας υποφέρει από την κρίση. Ότι λοιπόν, τούτου δεδομένου, θα πρέπει άμεσα να μειωθεί τουλάχιστον κατά το ήμισυ η επιχορήγηση και ακόμα περισσότερο μέσω του συνυπολογισμού των αμοιβών των αποσπασμένων υπαλλήλων και με μια σειρά μέτρα που ο κ. Ραγκούσης μέσω μιας «επιτροπής σοφών» κατέγραψε όταν ήταν υπουργός Εσωτερικών.

Η σχετική συζήτηση δεν προέκυψε καθόλου αθώα και συντηρείται με την άκρως υποκριτική επίκληση της δήθεν ανταπόκρισης των πρωταγωνιστών του πολιτικού συστήματος που βρίσκεται σε κρίση στην απαίτηση του κόσμου για διαφάνεια, για κόμματα αρχών, για χτύπημα της διαπλοκής! Όταν βεβαιώθηκαν οι εν λόγω πρωταγωνιστές ότι τα κόμματά τους μπήκαν στο απυρόβλητο για τις πανθομολογούμενες διαπλοκές με τη Siemens, τη Ferrostal, τη Man, τους εγχώριους «νταβατζήδες» και τους λοιπούς που μοιράστηκαν τον πακτωλό των κονδυλίων και των δανεικών της χρυσής (τους) προηγούμενης δεκαετίας, όταν είδαν και άκουσαν έντρομοι τις εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών στις πλατείες να αγανακτούν, να βρίζουν και να μουντζώνουν, τότε μόνο και σε πλήρη συναίνεση μεταξύ τους τα κόμματα του δικομματισμού και οι γνωστοί πλέον «λαγοί» του μνημονιακού μπλοκ επιδόθηκαν στο λαϊκίστικο τροπάρι της καταγγελίας συλλήβδην των κομμάτων ως κρατικοδίαιτων άχρηστων μηχανισμών.

Η γνωστή συνταγή του λαϊκισμού «πονάει χέρι, κόβει χέρι», που λειτουργεί προφανώς ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τους εγκληματικά υπόλογους πολιτικούς των κομμάτων του δικομματισμού, εφαρμόζεται κατά γράμμα στην προπαγάνδα για την χρηματοδότηση. Έτσι το πραγματικό πρόβλημα της υπερχρέωσης της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ με υποθήκευση πολλών μελλοντικών επιχορηγήσεων, το πραγματικό ζήτημα επίσης των αδιαφανών και πολυπλόκαμων σχέσεων που αναπτύσσουν με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα τα κόμματα εξουσίας, ακόμα και η αναγνωρισμένη σκανδαλώδης δαπάνη, ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους, από κόμματα και υποψήφιους των δύο κομμάτων, όλα αυτά καλύπτονται και εξαφανίζονται ως διά μαγείας κάτω από το δήθεν αμείλικτο ερώτημα «πόσο κοστίζουν τα κόμματα σε κάθε Έλληνα;» και το ευθέως υποκρυπτόμενο «γιατί να κοστίζουν τα κόμματα και να μην αυτοσυντηρούνται πλήρως;».

Η σχετική συζήτηση επί της ουσίας έχει γίνει και θεωρείται εξαντλημένη σε τρεις τουλάχιστον κομβικές περιόδους της μεταπολίτευσης, από το ʼ84 μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ʼ90. Η εμπειρία από τότε θα μπορούσε πράγματι να χρησιμοποιηθεί για να υπάρξουν αυτές οι ρυθμίσεις και οι πρόνοιες που θα καθιστούν την εντελώς αναγκαία για τη λειτουργία της τυπικής αστικής δημοκρατίας επιχορήγηση προς τα κόμματα, πιο δίκαιη, πιο ποιοτική, απολύτως διαφανή και βεβαίως απολύτως συμβατή μέσα στις συνθήκες κρίσης που δημιουργούν οι μνημονιακές πολιτικές. Η, ακριβώς αντίθετη, λογική την οποία θέλει να προωθήσει το μνημονιακό πολιτικό μπλοκ, προς ίδιον όφελος, δηλαδή ως μέρος μιας γενικότερης στρατηγικής για την αναστήλωση του πολιτικού (τους) συστήματος ευνοεί και τροφοδοτεί, οδηγεί ευθέως στη λειτουργία και στην επιβίωση ενός κομματικού συστήματος υπόλογου, όμηρου και οικονομικά υπόχρεου, άρα διαπλεκόμενου, στις αγορές. Στρέφεται δε αυτή η λογική ευθέως εναντίον των δυνάμεων της Αριστεράς, δηλαδή εναντίον των δυνάμεων που απειλούν σήμερα με πραγματική ανατροπή το πολιτικό σύστημα και που επικοινωνούν, γειώνονται, με τις οδύνες, τις ανάγκες αλλά και τις ελπίδες ενός ολόκληρου κόσμου της εργασίας που δοκιμάζεται δεινά. Γιατί, θα ρωτήσει κάποιος, θίγονται τα κόμματα της αριστεράς που προγραμματικά μάλιστα αγωνίζονται για τη ριζική αλλαγή του συστήματος και προφανώς δεν δέχονται να θεωρούνται υποχείρια κρατικοδίαιτα αυτού του συστήματος; Το ζήτημα δεν είναι καθόλου θεωρητικό.

Δεν είναι πολυτέλεια για τα κόμματα της αριστεράς η ενίσχυση ή και η πλήρης οικονομική συντήρηση ΜΜΕ, εν προκειμένω και σε ό,τι μας αφορά της «Αυγής», του «Κόκκινου», όπως βέβαια και άλλων έγκυρων εκδοτικών εγχειρημάτων, όπως της «Εποχής», του «Πριν», του «Δρόμου», τα έντυπα του ευρύτερου χώρου του ΣΥΡΙΖΑ κ.ά. Τα αστικά κόμματα, που τα ίδια χαρακτηρίζονται ως κόμματα εξουσίας και νέμονται τη διακυβέρνηση μεταπολιτευτικά, έχουν την ίδια ή και μεγαλύτερη επιρροή στα μεγάλα συγκροτήματα Τύπου και βέβαια στα κανάλια της τηλεόρασης. Έστω και μόνο με αυτό το παράδειγμα διαφαίνεται ο στόχος για μια ανάπηρη δημοκρατία στην προσεχή κρίσιμη περίοδο των μνημονιακών δεσμεύσεων, δηλαδή γίνεται προφανής η μονομερής και άκρως αρνητική συνέπεια σε βάρος της αριστεράς μέσω της οριζόντιας απομείωσης της επιχορήγησης.

Το ίδιο ισχύει και για τις χορηγίες προς τα ινστιτούτα και τα θεωρητικά κέντρα. Μια απλή σύγκριση των προγραμμάτων και της ποιοτικής δουλειάς, των θεωρητικών διεργασιών στη χώρα μας και την Ευρώπη, των επιστημονικών, των ιστορικών και κοινωνικών ερευνών, που έχουν καταγραφεί από τη λειτουργία του Ινστιτούτου Πουλαντζά, των ΑΣΚΙ, με τα αντίστοιχα προγράμματα προσωποπαγών «κέντρων» που αναφέρονται συνήθως σε επετειακές εκδηλώσεις των κομμάτων εξουσίας, δείχνει την ποιοτική διάσταση που αντιδιαστέλει εμφανώς τον εμπλουτισμό της πολιτικής ζωής από την πιθανή διασπάθιση του δημοσίου χρήματος.

Ο κατάλογος των παραδειγμάτων που πιστοποιούν το αναγκαίο «κόστος δημοκρατίας» που έχει καθιερωθεί άλλωστε σε τουλάχιστον 80 προηγμένες χώρες παγκοσμίως είναι μακρύς. Σε ό,τι αφορά την αριστερά, τα στελέχη της, τους ευρωβουλευτές και τους βουλευτές της, αποτελεί τίτλο τιμής η διάθεση των αναλογούντων ποσών ακόμα και σε καμπάνιες, σε μορφές αλληλεγγύης, σε πολιτικές γιορτές, σε ειδικές εκδόσεις, σε κινητοποιήσεις εργαζομένων, σε όλα αυτά που εμπλουτίζουν τη δημοκρατία ακριβώς γιατί εκφράζουν την κριτική αμφισβήτηση του συστήματος και την αναζήτηση στους δρόμους για τον σοσιαλισμό.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε ακόμη μια σύγκρουση με διακύβευμα την υπεράσπιση της δημοκρατίας απέναντι στο μνημονιακό μπλοκ που προλειαίνει το έδαφος για τη χειραγώγηση της πολιτικής ζωής και την αναστήλωση της επιρροής του με περιθωριοποίηση των κοινωνικών δυνάμεων και των πολιτικών κομμάτων που αντιστέκονται και αποδομούν τον μονόδρομό τους. Είναι γελασμένοι εάν θεωρούν ότι η κουτσουρεμένη μεταπολιτευτική μας δημοκρατία θα παραδοθεί αμαχητί στις επιλογές και τους πολιτικούς της αγοράς, ότι η ασυλία τους θα τύχει της οποιασδήποτε κοινωνικής συναίνεσης στο όνομα της κρίσης που βιώνουν οι απλοί πολίτες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου