Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Κρίση της Ελλάδας και της Ιρλανδίας ή κρίση της ΟΝΕ;




28/11/2010(ΑΥΓΗ)
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΛΙΟΥ

Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, το 2008, ο καπιταλισμός εισήλθε διεθνώς όχι μόνο στη φάση «κρατικοποίησης» του ιδιωτικού χρέους αλλά κυρίως στη φάση της ανατιμολόγησης του κινδύνου, δηλαδή σε ένα νέο καθεστώς τιμολόγησης των χρηματοπιστωτικών τίτλων.

Παρά την αρχική αναιτιολόγητη αισιοδοξία, οι οικονομικές εξελίξεις έπληξαν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), επομένως και το ευρώ, και οδήγησαν σε κρίση τις στρατηγικές εξουσίας που συνδέονται με αυτήν.

Η δημιουργία του «μηχανισμού στήριξης» αρχικά για την Ελλάδα και στη συνέχεια για την υπόλοιπη Ευρωζώνη, η πρόσφατη ένταξη της Ιρλανδίας σε αυτόν, η εκτίναξη των επιτοκίων δανεισμού για τα δεκαετή κρατικά ομόλογα της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, καθώς προεξοφλείται από πολλές πλευρές ότι και οι χώρες αυτές θα αντιμετωπίσουν δυσκολία δανεισμού από τις χρηματαγορές στο εγγύς χρονικό διάστημα, δείχνουν ότι αυτό που συμβαίνει συνιστά κρίση της νεοφιλελεύθερης αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ και όχι αποτέλεσμα της κακοδιαχείρισης και «σπατάλης» της απερχόμενης κυβέρνησης Cowen ή της απελθούσας Καραμανλή.

Στο πλαίσιο της ΟΝΕ, η συμβίωση χωρών με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης κάτω από τη «στέγη» του ίδιου νομίσματος (και άρα της ίδιας νομισματικής πολιτικής) οδήγησε σε πολύ διαφορετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και κερδοφορίας, με ταχεία ανάπτυξη της «περιφέρειας» και σχετική στασιμότητα του «κέντρου», μειώνοντας έτσι την αναπτυξιακή «ψαλίδα» ανάμεσα στις χώρες του ευρωπαϊκού «κέντρου» και σε εκείνες της «περιφέρειας».

Την ίδια στιγμή, οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης των χωρών της ευρωπαϊκής «περιφέρειας» συνοδεύτηκαν τόσο από ραγδαία μείωση στο κόστος του εγχώριου δανεισμού όσο και από εισροή ξένων «αποταμιεύσεων» (διαφόρων μορφών), γεγονός που οδήγησε σε σταθερά πλεονάσματα στο ισοζύγιο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Τα ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές της Ελλάδας, της Ισπανίας κ.ο.κ. «αντικατοπτρίζουν» ακριβώς την ισχυρή αύξηση της εσωτερικής ζήτησης και την εισροή ξένων επενδύσεων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας συγκεκριμένα, το ίδιο πλαίσιο συμβίωσης επέτρεψε την ισχυρή αύξηση της φοροαπαλλαγής και φοροδιαφυγής όσον αφορά το κεφάλαιο και εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που αποτέλεσαν στηρίγματα της συγκεκριμένης νεοφιλελεύθερης στρατηγικής στο εσωτερικό της ΟΝΕ (εύκολος ενδο-κοινοτικός δανεισμός τη στιγμή που ο κρατικός προϋπολογισμός κατέγραφε πρωτογενή ελλείμματα).

Η ΟΝΕ σχεδιάστηκε ως ένα οικονομικό περιβάλλον που συνθλίβει τις παραδοσιακές προνοιακές κρατικές πολιτικές και επιβάλλει τις πιο σκληρές αξιώσεις του κεφαλαίου επάνω στην εργασία. Η αύξηση της παραγωγικότητας σε σχέση με το πραγματικό εισόδημα της εργασίας είναι η «μεταβλητή» που «σηκώνει» το βάρος της προσαρμογής στο περιβάλλον της ΟΝΕ και του Συμφώνου Σταθερότητας (ΣΣΑ). Η ΟΝΕ υλοποιεί μία ακραία στρατηγική έκθεσης των ατομικών κεφαλαίων στον διεθνή ανταγωνισμό, με τέτοιο τρόπο, ώστε να τα ωθεί σε διαρκή «προσαρμογή της εργασίας». Από αυτή την άποψη, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η στρατηγική της ΟΝΕ αποτελεί ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της εξουσίας του κεφαλαίου σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης.

Η νεοφιλελεύθερη λογική που διαπνέει συνολικά το εγχείρημα της ΟΝΕ έθεσε εξαρχής στο επίκεντρο των σχετικών συζητήσεων το ζήτημα του κρατικού χρέους (παραδόξως, ούτε ένας υπαινιγμός για το ιδιωτικό χρέος!). Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι σημείο-κλειδί για την πειθάρχηση των κρατικών πολιτικών στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο δεν αποτελεί τόσο το ύψος του δημόσιου χρέους ή των ελλειμμάτων αλλά κυρίως ο τρόπος «παρακολούθησής» του από τις χρηματαγορές.

Η έκθεση στον διεθνή ανταγωνισμό που υπηρετήθηκε με την εισαγωγή στο ενιαίο νόμισμα επέβαλε σημαντικές αναδιαρθρώσεις προς όφελος του κεφαλαίου και οδήγησε τις (λιγότερο ανταγωνιστικές) χώρες της «περιφέρειας» σε ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ανόδου της μέσης παραγωγικότητας.

Τα επενδυτικά κεφάλαια των περισσότερο ανταγωνιστικών χωρών του «κέντρου» αναζητούσαν υψηλότερη κερδοφορία στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των χωρών της «περιφέρειας». Με τον τρόπο αυτό ενίσχυσαν τους ήδη σημαντικούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ στις τελευταίες, ενώ παράλληλα καθιστούσαν βιώσιμη την ταχεία αύξηση του δημόσιου (και ιδιωτικού) δανεισμού, παρά την εσκεμμένη συρρίκνωση των δημοσίων εσόδων, με τη διαρκώς διευρυνόμενη φοροαπαλλαγή του κεφαλαίου.



Η φυγή προς τα μπρος: Αχαλίνωτη καπιταλιστική αναδιάρθρωση



Οι ισορροπίες που περιγράψαμε ανατράπηκαν με την κρίση, της οποίας το επίκεντρο γρήγορα πέρασε από το τραπεζικό σύστημα στο δημόσιο χρέος. Πρόκειται για κρίση που συνδέεται με τρόπο δομικό με τη συγκεκριμένη νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική της ΟΝΕ. Είναι επομένως κρίση του νεοφιλελεύθερου «τρόπου ρύθμισης» της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας, και μάλιστα της συγκεκριμένης εκδοχής που πήρε αυτή η «ρύθμιση» στην Ε.Ε.: Κρίση της ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Απέναντι σε αυτή την κρίση οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του ευρωπαϊκού κεφαλαίου δίνουν σε όλες τις χώρες την ίδια διπλή απάντηση: «Μηχανισμοί στήριξης» και διαχείρισης του δημόσιου χρέους αφενός, για να χαλιναγωγηθεί η αδυναμία δανεισμού που συνδέεται με την κρίση χρέους (εκτίναξη των επιτοκίων στις διεθνείς χρηματαγορές). Αφετέρου, και κυρίως, η ραγδαία, πρωτοφανής για τα ευρωπαϊκά δεδομένα αναδιάρθρωση των οικονομικών και θεσμικών ρυθμίσεων που ίσχυαν μέχρι σήμερα, η βίαιη αναδιανομή πλούτου και εξουσίας σε βάρος της εργασίας και υπέρ των αρχουσών καπιταλιστικών τάξεων.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μπορούμε με ευκολία να απαντήσουμε στο ερώτημα που έθεσε ο τίτλος του παρόντος σημειώματος. Οι χρηματαγορές έχουν δύο φόβους: Αφενός ότι δεν θα καταφέρουν τελικώς να εισπράξουν το σύνολο των προσδοκώμενων αποδόσεων από το δημόσιο χρέος κάποιων χωρών της Ευρωζώνης. Αφετέρου ότι οι «μεταρρυθμίσεις» που δρομολογήθηκαν στις χώρες αυτές (δηλαδή η βίαιη καπιταλιστική αναδιάρθρωση σε βάρος της εργασίας), δεν θα περάσουν: Θα ανατραπούν από την αντίσταση της εργατικής τάξης και τα κοινωνικά κινήματα.

Από τους δύο αυτούς φόβους, ο πρώτος, ότι θα χάσουν ένα μέρος των προσδοκώμενων τόκων, είναι μικρός, ίσως πλέον ανύπαρκτος. Διότι είναι κοινό μυστικό ότι σύντομα, ενδεχομένως πριν το τέλος του 2011, οι κυρίαρχες καπιταλιστικές δυνάμεις θα αναλάβουν οι ίδιες την πρωτοβουλία για την αναδιάρθρωση των δημοσίων χρεών στην Ευρωζώνη, αφήνοντας να πέσει μέρος του κόστους στον ιδιωτικό τομέα.

Η απώλεια μέρους των αποδόσεων που προσδοκούσαν από τα υφιστάμενα δημόσια χρέη είναι όμως δευτερεύουσα για τις χρηματαγορές, διότι γι' αυτές, όπως και για όλες τις μερίδες του κεφαλαίου, είναι πολύ σημαντικότερη η επιχειρούμενη καπιταλιστική αναδιάρθρωση και η προοπτική επιτυχίας της. Αν πράγματι πετύχουν, όπως σχεδιάζουν, να αυξήσουν δραματικά τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας, δηλαδή τα επίπεδα της υπεραξίας που ιδιοποιούνται, τότε ευχαριστημένοι δεν θα είναι μόνο οι τραπεζίτες και οι βιομήχανοι, αλλά και οι χρηματαγορές και κάθε άλλη μερίδα του κεφαλαίου.

Ο φόβος τους θα παραμένει μικρός, όσο δεν καταφέρνουμε να συγκροτήσουμε μια ριζοσπαστική, κινηματική, αντικαπιταλιστική και οικολογική αριστερά, που να εμπνέει εμπιστοσύνη στους εργαζόμενους και να ισχυροποιεί τους αγώνες τους. Η εσωστρεφής και κατακερματισμένη αριστερά διευκολύνει τα συμφέροντά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου