Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ: Τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους



Γράφουν: Γιάννης Ευσταθόπουλος, Γιάννης Μηλιός, Χ. Γεωργούλας. Συνέντευξη με την Μαρία Μαντουβάλου



Μεγάλο ποσοστό της ακίνητης περιουσίας είναι καταπατημένο, ενώ παράλληλα θεσμικές παρεμβάσεις όπως κτηματολόγιο και χωροταξικό σχέδιο (ξεκάθαρες χρήσεις γης) δεν έχουν ολοκληρωθεί.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Του
Γιάννη Μηλιού


Μετά τις προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού, το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων επανέρχεται στην επικαιρότητα, με τη νέα κυβέρνηση να τις θέτει ως την απαραίτητη και μοναδική λύση «επανεκκίνησης» της ελληνικής οικονομίας και μείωσης του δημοσίου χρέους. Έτσι, η μνημονιακή κυβέρνηση της «τρόικας εσωτερικού» αναλαμβάνει ως πρώτιστο καθήκον την υλοποίηση του δεύτερου βήματος της αντιδραστικής αναδιάρθρωσης της κοινωνίας και της οικονομίας προς όφελος του κεφαλαίου. Μετά την εσωτερική υποτίμηση της εργασιακής δύναμης, η οποία σε πραγματικά μεγέθη πλησιάζει στο 50%, η εκποίηση της κρατικής περιουσίας είναι το απαραίτητο βήμα για τη διάνοιξη νέων πεδίων κερδοφορίας για το ιδιωτικό κεφάλαιο, αλλά και για την περαιτέρω απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων και υποτίμηση της εργασιακής δύναμης. Πρόκειται για τη συνέχεια του καθοδικού σπιράλ, στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας» του ελληνικού κεφαλαίου, με μανδύα την υποτιθέμενη δημοσιονομική προσαρμογή, η οποία, βέβαια, ποτέ δεν έρχεται.
Πώς αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ αυτή τη ζοφερή κατάσταση για την πλειοψηφία της κοινωνίας; Είναι γνωστό ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ λέει: «Πάγωμα ιδιωτικοποιήσεων των οργανισμών που πέρασαν στο Ειδικό Ταμείο και επαναφορά σταδιακά, ανάλογα με τις δυνατότητες της οικονομίας, επιχειρήσεων που είτε βρίσκονται σε πορεία ιδιωτικοποίησης είτε έχουν ιδιωτικοποιηθεί (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΣΕ, ΕΛΤΑ, ΕΥΔΑΠ, Μέσα Μεταφοράς κ.λπ.)». Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι απόλυτα αντίθετος με τις ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες σε συνθήκες κρίσης είναι καθαρό ξεπούλημα, καθαρό πλιάτσικο κρατικού κεφαλαίου από ιδιωτικά κεφάλαια, με πρόσχημα την κρίση δημόσιου χρέους. Η κρίση αποτελεί πρόσχημα για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ξεκίνησε ως κρίση δημόσιου χρέους, αλλά ως χρηματοπιστωτική, και μετατράπηκε με συνειδητό τρόπο σε δημοσιονομική, ακριβώς για να προχωρήσει ο βασικός στόχος της, που είναι η αντιδραστική αναδιάρθρωση της κοινωνίας και η ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας.

Νοσταλγοί του κρατισμού;

Οι περισσότεροι κοινοί συκοφάντες του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ λένε ότι πίσω από αυτή την άρνηση βρίσκεται η ιδεολογία «κρατισμού» που διέπει την Αριστερά. Αξίζει λοιπόν, να εξηγήσουμε από ποια σκοπιά οι ιδιωτικοποιήσεις είναι για μας μια παταγώδης αποτυχία.
Ο λόγος που είμαστε αντίθετοι στην «ιδιωτικοποίηση» των αναπαραγωγικών δραστηριοτήτων του κράτους (της Υγείας, της Παιδείας, του νερού κλπ.) είναι απόλυτα προφανής: Στις συνθήκες της μεταμνημονιακής Ελλάδας αυτές οι «ιδιωτικοποιήσεις» θα έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του αναλφαβητισμού, την ένταση της εξαθλίωσης, τον θάνατο χιλιάδων συνανθρώπων μας. Γιατί θα συμβεί αυτό; Διότι οι ιδιωτικές εταιρίες ενδιαφέρονται αποκλειστικά για την κερδοφορία τους και την ικανοποίηση των μετόχων τους. Επομένως θα προχωρήσουν σε αύξηση τιμολογίων, μείωση μισθών, μείωση προσωπικού.
Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι οι εταιρίες υπό νέο ιδιωτικό ιδιοκτησιακό καθεστώς προχωρούν σε σημαντικές αυξήσεις των τιμολογίων τους, προκειμένου να αυξήσουν την κερδοφορία τους και την απόδοση της επένδυσής τους, προκαλώντας μια σειρά αρνητικών επιπτώσεων. Μπορούμε να εκτιμήσουμε με βάση τη σημερινή πραγματικότητα ότι αύξηση των τιμολογίων, για παράδειγμα, του νερού, θα οδηγήσει σε όρους ζωής αντίστοιχους με αυτούς χωρών του τρίτου κόσμου για ένα σημαντικό μέρος των συμπολιτών μας. Επίσης, με την ιδιωτικοποίηση παρατηρείται σημαντική μείωση στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, με τραγικές συνέπειες σε ορισμένες περιπτώσεις (ατυχήματα στους βρετανικούς σιδηροδρόμους, ηλεκτρικό black-out στο σύνολο της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ προ πέντε ετών, πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσίμα λόγω των λανθασμένων ενεργειών της Tesco κ.λπ.).
Οι παραγωγικές δραστηριότητες του κράτους δεν πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν, γιατί το μεσοπρόθεσμο αποτέλεσμά τους θα είναι η αύξηση του δημόσιου χρέους και η περαιτέρω βύθιση της χώρας στο τέλμα των Μνημονίων και της ύφεσης. Θεωρητικά, με την περιουσία του Δημοσίου, η οποία υπολογίζεται σε 300 - 400 δισ. ευρώ, θα μπορούσε να καλυφθεί το σύνολο του δημοσίου χρέους. Ωστόσο η πραγματική (αγοραία) αξία εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, όπως το ξεκάθαρο ιδιοκτησιακό καθεστώς, η αποδοτικότητα των συγκεκριμένων παγίων, δηλαδή η ουσιαστική αξιοποίηση σε βαθμό που να παράγει ετήσια εισοδήματα για το Δημόσιο, αλλά και η γενικότερη μακροοικονομική κατάσταση της χώρας.
Στην ελληνική περίπτωση η διαχρονική πρακτική των κυβερνήσεων μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εγκληματική (έλλειψη βούλησης για τον ουσιαστικό εκσυγχρονισμό των κοινωφελών επιχειρήσεων, διαφθορά, πελατειακό κράτος, απουσία θεσμικών παρεμβάσεων). Μεγάλο ποσοστό της ακίνητης περιουσίας είναι καταπατημένο, ενώ παράλληλα θεσμικές παρεμβάσεις όπως κτηματολόγιο και χωροταξικό σχέδιο (ξεκάθαρες χρήσεις γης) δεν έχουν ολοκληρωθεί.

Με πρόσχημα
την αξιοποίηση


Οι πωλήσεις κρατικής περιουσίας επιτυγχάνουν τον περιορισμό του ετήσιου ελλείμματος ή του χρέους στο παρόν, αλλά μειώνουν σημαντικά τα μελλοντικά έσοδα του κράτους, καθώς μηδενίζονται τα ετήσια μερίσματα των εταιριών υπό δημόσιο έλεγχο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μεγάλη δημοσιονομική πληγή της χώρας είναι η εξυπηρέτηση των ετήσιων τόκων του χρέους, επομένως οι πωλήσεις των κοινωφελών επιχειρήσεων και η ανυπαρξία εσόδων μέσω των μερισμάτων μελλοντικά καθιστά όλο και δυσχερέστερη την αποπληρωμή τους, ειδικά στην περίπτωση εισόδου της παγκόσμιας οικονομίας σε νέα ύφεση. Επομένως, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων το ελληνικό κράτος θα υποχρεωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο να καλύψει τις απώλειες των συγκεκριμένων εσόδων, και η νεοφιλελεύθερη συνταγή προβλέπει τη λήψη νέων περιοριστικών μέτρων (αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας, που πλήττει κυρίως μισθωτούς και συνταξιούχους, μείωση δημοσίων επενδύσεων κ.ά.) που συμβάλλουν στην περαιτέρω μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, τη μείωση των καταναλωτικών δαπανών και της αποταμίευσης και την επιδείνωση της κρίσης. Όλα αυτά τα γνωρίζει πολύ καλά και ο «υπουργός ιδιωτικοποιήσεων» Ι. Στουρνάρας, ο οποίος θίγει το επιστημονικό του κύρος παριστάνοντας ότι θα συμβούν τα αντίθετα.

Απολογητές
του νεοφιλελευθερισμού


Οι απολογητές του νεοφιλελευθερισμού και υπερασπιστές των ιδιωτικοποιήσεων εστιάζουν αποκλειστικά την κριτική τους στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, προβάλλοντας παράλληλα την πεποίθησή τους ότι ο ιδιωτικός τομέας είναι πιο αποτελεσματικός από τον δημόσιο. Γι’ αυτούς ο ρόλος του κράτους πρέπει να είναι μόνο η καταστολή και ο καθορισμός των κανόνων του ανταγωνισμού (θεσμικό πλαίσιο, ρυθμιστικές αρχές κ.λπ.). Γι’ αυτούς το κράτος αντί να είναι πεδίο άσκησης πολιτικής αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου υπέρ των υπό εκμετάλλευση τάξεων και άρα ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, είναι εργαλείο αύξησης του ποσοστού εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης. Η αποτυχία τους είναι πλέον προφανής λόγω της παγκόσμιας κρίσης και των ταξικών αγώνων που τη συνοδεύουν παντού όπου εφαρμόζονται οι καταστροφικές πολιτικές τους. Το κοινωνικό τοπίο στις περισσότερες χώρες του πλανήτη έχει αλλάξει, το κύμα των αγώνων εξαπλώνεται. Με τη δύναμη του αγώνα της η μεγάλη κοινωνική πλειονότητα των εργαζόμενων τάξεων νικά το φόβο και ανιχνεύει το δρόμο προς τη νέα κοινωνία και την οργάνωσή της με βάση τις ανάγκες της. Όλο και περισσότερο γίνεται κατανοητό ότι το ιδιοτελές συμφέρον που προτάσσει την αύξηση της κερδοφορίας, είναι ασύμβατο με τις κοινωνικές ανάγκες και το δημόσιο συμφέρον.



Το δικό τους και το δικό μας δημόσιο



Οι πολίτες, έχοντας πια αρκετή εμπειρία από πολυδιαφημισμένες ιδιωτικοποιήσεις, αρχίζουν να μαθαίνουν ότι το αντίδοτο στο κακό δημόσιο δεν είναι η ακόμα χειρότερη ιδιωτικοποίηση, αλλά το εναλλακτικό δημόσιο.

Απερίγραπτο θράσος! Για να μπορέσουν να περάσουν με τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις την εκποίηση της ΔΕΗ, ταυτίζουν κάθε υπερασπιστή του δημόσιου χαρακτήρα της με τον πρόεδρο της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ κ. Φωτόπουλο: όποιος θέλει δημόσια κι όχι ιδιωτικοποιημένη ΔΕΗ, είναι καθοδηγητής ή κινούμενο του κ. Φωτόπουλου. Αυτή είναι η έωλη προπαγανδιστική εξίσωση των εκποιητών της δημόσιας περιουσίας.
Και πρέπει να παραδεχθούμε ότι υπάρχει έδαφος κατάλληλο για την ευδοκίμηση της προπαγάνδας τους. Γιατί το είδος του συνδικαλισμού (που οι ίδιοι εξέθρεψαν) το οποίο καλλιεργήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε πολλούς τομείς του δημοσίου, δεν είναι καθόλου αρεστό στη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών.
Για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως γιατί διαμόρφωνε για πολλά χρόνια μια καθόλου υγιή συνδικαλιστικά σχέση με την εργοδοσία, που σε τελευταία ανάλυση είναι η εκάστοτε κυβέρνηση. Μια σχέση συναλλαγής, αν όχι συνενοχής, μια σχέση προνομιακή και βασισμένη σ’ έναν πελατειακό δεσμό με τα κόμματα του δικομματισμού. Μια σχέση που δεν βασιζόταν στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κόμματος, της κομματισμένης παράταξης και της κυβέρνησης επί του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά στην αποδοχή της - και την αξιοποίησή της προς ίδιον όφελος (συνήθως αμοιβαίο).

Δημόσιος τομέας ιδιωτικού οφέλους

Αυτή ακριβώς η σχέση είναι αντανάκλαση του τρόπου με τον οποίο οικοδομήθηκε σε συντριπτικό ποσοστό ο δημόσιος τομέας: από τις υπηρεσίες του υπουργείου μέχρι τις επιχειρήσεις του δημοσίου με ελάχιστα δημόσιο χαρακτήρα. Είναι αντανάκλαση του κράτους της διαπλοκής των πολιτικών με τα ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα. Ενός κρατικού τομέα που δουλεύει για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού, ενώ ταυτόχρονα αναπαράγει στο εσωτερικό του το κομματικό δυναμικό και την πελατειακή σχέση των κομμάτων εξουσίας.
Αυτό το κράτος, αυτόν το δημόσιο τομέα κάνουν ότι καταγγέλλουν οι νεοφιλελεύθεροι, όταν σχεδιάζουν την εκποίηση δημόσιας περιουσίας. Και το κάνουν με ζήλο αμαρτωλού που ανένηψε βλέποντας το φως το αληθινό. Κι ας είναι δικό τους δημιούργημα πέρα για πέρα.
Δικαίωμά τους να αλλάζουν στάση απέναντι στα δημιουργήματά τους ανάλογα με τις τρέχουσες ανάγκες και επιδιώξεις τους. Εκείνο που δεν είναι δικαίωμά τους, είναι να ταυτίζουν τα δικά τους δημιουργήματα με την έννοια του δημόσιου τομέα, για να μας πείσουν ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει άλλο δημόσιο από αυτό που οι ίδιοι έπλασαν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους.

Το αντίδοτο στο «κακό δημόσιο»

Δυστυχώς, γι’ αυτούς, παρά την επίμονη και πολύπλευρη προπαγάνδα τους, δεν είμαστε όλοι έτοιμοι να ταυτίσουμε την απέχθειά μας προς το κράτος τους και τον δημόσιο τομέα τους με την αποστροφή για καθετί δημόσιο, για καθετί κρατικό. Οι πολίτες, έχοντας πια αρκετή εμπειρία από πολυδιαφημισμένες ιδιωτικοποιήσεις, αρχίζουν να μαθαίνουν ότι το αντίδοτο στο κακό δημόσιο δεν είναι η ακόμα χειρότερη ιδιωτικοποίηση, αλλά το εναλλακτικό δημόσιο.
Μπορεί να υπάρξει ένα τέτοιο δημόσιο, ένας τέτοιος δημόσιος τομέας; Όχι μόνο μπορεί, αλλά και οφείλει να οικοδομηθεί με πρωταγωνιστικό ρόλο της δικής μας αριστεράς. Γιατί τομείς ολόκληροι της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας μόνο με τη διατήρηση και ανάπτυξη του δημόσιου χαρακτήρα τους μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της κοινωνίας, των λαϊκών τάξεων. Αν, λοιπόν, οι νεοφιλελεύθεροι θέλουν, όπως ισχυρίζονται, μια φορά να αλλάξουν τον υπαρκτό δημόσιο τομέα, η δική μας αριστερά το θέλει δέκα φορές. Αλλά στην αντίθετη κατεύθυνση: όχι με την παράδοσή του στο ιδιωτικό κεφάλαιο, αλλά με την επαναφορά του στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος, στην υπηρεσία των αναγκών της κοινωνίας.
Αν μια κυβέρνηση της αριστεράς δεν μπορεί αν πραγματοποιήσει αυτή την ανατροπή προς όφελος των λαϊκών τάξεων, να υποβάλει δηλαδή το δημόσιο στον έλεγχο και την υπηρεσία της κοινωνίας, τότε δύσκολα θα μπορεί να σταθεί στα πόδια της και να προχωρήσει και τις άλλες πτυχές του προγράμματός της.

Δεν είναι υπόσχεση, είναι ζωτική ανάγκη

Ο κοινωνικός χαρακτήρας του δημόσιου τομέα υπό κυβέρνηση της αριστεράς δεν είναι μια απλή επαγγελία, είναι ζωτική ανάγκη της αριστεράς. Οι νεοφιλελεύθεροι καταγγέλλον τα κακώς κείμενα, με εμφανή υποκρισία: όχι για να τα διορθώσουν, αλλά για να επιβάλουν τις μέγιστες δυνατές ιδιωτικοποιήσεις -πεπεισμένοι εκ των προτέρων ότι το ιδιωτικό υπερέχει του δημόσιου. Γι’ αυτό απαιτούν ακόμη και τις πιο παράλογες ιδιωτικοποιήσεις. Όπως, για παράδειγμα, της κερδοφόρας και πολλαπλά ωφέλιμης βιομηχανίας ζάχαρης ή των οργανισμών διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών (π.χ., ΟΠΑΠ).
Η δική μας ανατροπή στο χώρο του δημόσιου έχει στόχο:
• Την κατάργηση των υπόγειων και αδιαφανών δεσμών μεταξύ δημόσιων υπηρεσιών και δημόσιου τομέα γενικότερα με το ιδιωτικό κεφάλαιο, που ευνοούν τη διαφθορά.
• Την ακύρωση της ενδιάθετης τάσης της αστικής πολιτικής να επιστρατεύει τον δημόσιο τομέα για την εξυπηρέτηση των ιδιοτελών συμφερόντων του ιδιωτικού κεφαλαίου.
• Την ανάδειξη του δημόσιου τομέα σε μοχλό ανασυγκρότησης του παραγωγικού μηχανισμού και της κοινωνικής ανάπτυξης, και στήριξης των επί μέρους παραγωγικών επενδυτικών προγραμμάτων.
• Την καθιέρωση του κοινωνικού ελέγχου στο σύνολο του δημόσιου τομέα και της ανακλητότητας των ελεγκτικών οργάνων (έλεγχος των ελεγκτών).
• Τη συμμετοχή του μεγαλύτερου δυνατού μέρους του πληθυσμού στο σχεδιασμό και την ανάπτυξη της δράσης του δημόσιου τομέα, σε κλαδικό, τοπικό και κεντρικό επίπεδο.
• Την κατάργηση των διαύλων και των μηχανισμών μέσω των οποίων καλλιεργείται στο δημόσιο τομέα η πελατειακή σχέση με τα πολιτικά κόμματα.
Χ.Γ.




ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Βάρος ή στήριγμα για την οικονομία;


Του
Γιάννη Ευσταθόπουλου


Οι δημόσιες επιχειρήσεις (ΔΕ) συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα της πρόσφατης ευρωπαϊκής οικονομικής ιστορίας. Η εξέταση της ιστορικής τους διαδρομής παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τις συνθήκες ίδρυσης, ανάπτυξης και αμφισβήτησης του εν λόγω θεσμού, συμβάλλοντας σε μια καλύτερη αποτίμηση των προκλήσεων που ανακύπτουν σήμερα από το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα.
Η οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’30 διαδραμάτισε αδιαμφισβήτητα καθοριστικό ρόλο ως προς την ηθική νομιμοποίηση του κράτους στον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας. Η μεγάλη ύφεση συνοδεύθηκε από ένα κλίμα απαξίωσης της ιδιωτικής επιχείρησης και της δυνατότητας ρύθμισης των δραστηριοτήτων της προς όφελος του γενικού συμφέροντος. Στο πλαίσιο αυτό, ευρύτεροι ιδεολογικοί και πολιτικοί παράγοντες συμμετείχαν στον καθορισμό της αποστολής των ΔΕ, με στόχο τη σταδιακή μετάβαση από την παραδοσιακή αντίληψη του κράτους ισχύος και εξουσίας σε ένα κράτος στην υπηρεσία του πολίτη, με ενεργητικό ρόλο όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική πρόοδο.
Το συνδικαλιστικό κίνημα, τα κόμματα της Αριστεράς και, σε γενικότερες γραμμές, το σύνολο των οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων εξήλθαν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με μια ανανεωμένη οπτική της οικονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο της οποίας η οικονομία υποτάσσεται στο κοινωνικό όραμα και ο δημόσιος τομέας εξελίσσεται σε εργαστήριο της κοινωνικής αλλαγής, προωθώντας νέες μορφές διαχείρισης και ανταμοιβής των εργαζομένων, καθώς και συνθήκες εργασίας υψηλού επιπέδου. Η διεθνώς αναγνωρισμένη αποτελεσματικότητα, για παράδειγμα, της γαλλικής δημόσιας επιχείρησης ηλεκτρισμού (EDF) στηρίχτηκε σε μια ιδιαίτερη κοινωνική συναίνεση μεταξύ της διεύθυνσης και των εργαζομένων της επιχείρησης. Η συναίνεση αυτή θεμελιώθηκε σε αξίες και στόχους ευρύτερα αποδεκτούς από τα συμβαλλόμενα μέρη, όπως η εμπιστοσύνη στην επιστήμη, ο ορθολογισμός, η συμβολή της ηλεκτρικής ενέργειας στην οικονομική και την κοινωνική πρόοδο, η εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος και η έννοια της δημόσιας υπηρεσίας (public service).
Οι εν λόγω παράγοντες συνέβαλαν αποφασιστικά στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της EDF απέναντι στις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετώπισε, όπως η ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής περιόδου, η δημιουργία του εθνικού υδροηλεκτρικού συστήματος και η υλοποίηση του προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας. Το συνδικαλιστικό παρατηρητήριο «Ηλεκτρική Ενέργεια & Κοινωνίες» ή, πιο πρόσφατα, η συστηματική ενασχόληση της συνδικαλιστικής οργάνωσης CGT με την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας1 συνιστούν ενδεικτικά παραδείγματα της ιδιαίτερης αυτής εργασιακής κουλτούρας.
Η ίδρυση ΔΕ δρομολογήθηκε εντούτοις και για αμιγώς οικονομικούς, αναπτυξιακούς και γεωπολιτικούς λόγους. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, η ίδρυση ΔΕ εξυπηρέτησε την ενοποίηση του ανεπτυγμένου Βορρά με τον Νότο μέσω της καθολικής πρόσβασης του πληθυσμού σε βασικές υποδομές και υπηρεσίες, όπως η τηλεφωνία, το ηλεκτρικό ρεύμα, οι οδικές υποδομές. Στην Ελλάδα, οι έντονα καταχρηστικές πρακτικές των πολυεθνικών και του εγχώριου εφοπλιστικού κεφαλαίου στον κλάδο διύλισης έθεσαν τις βάσεις για την ίδρυση των ΕΛΔΑ/ΕΛΠΕ. Στον πετρελαϊκό πάντα τομέα, η ίδρυση εθνικών πετρελαϊκών επιχειρήσεων στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία δρομολογήθηκε σε απάντηση, μεταξύ άλλων, στη σχεδόν καθολική εξάρτηση των ευρωπαϊκών οικονομιών από τις αγγλοσαξονικές πολυεθνικές του πετρελαίου, που έγινε ιδιαίτερα αισθητή κατά την πετρελαϊκή κρίση του ‘70.

Ο αναπτυξιακός ρόλος των δημόσιων επιχειρήσεων

Η αδυναμία του ιδιωτικού τομέα να προωθήσει τις απαιτούμενες επενδύσεις για την κάλυψη κρίσιμων συλλογικών και αναπτυξιακών αναγκών συνιστά εντούτοις μια ιδιαίτερα διαδεδομένη αιτία για την ανάληψη επιχειρηματικής δράσης από τον δημόσιο τομέα. Η ίδρυση επιχειρήσεων όπως η ΔΕΗ (1950) και η ΕΥΔΑΠ (1980) είναι επακόλουθο της αναποτελεσματικότητας ξένων και εγχώριων εταιρειών όπως η POWER & TRACTION (ηλεκτρική ενέργεια) και η ULEN. Η περίπτωση της ΔΕΗ συνδέεται με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή εμπειρία.
Η πρόοδος που σημειώθηκε στον ηλεκτροπαραγωγικό τομέα από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα έθεσε τις βάσεις για την ενοποίηση και τον εξορθολογισμό του κατακερματισμένου μέχρι τότε ηλεκτρικού συστήματος. Η κάμψη των αντιστάσεων ενάντια στην κατάργηση των μικρών τοπικών επιχειρήσεων επιτεύχθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις μέσω της δημιουργίας εθνικών δημόσιων επιχειρήσεων όπως η Vattenfall στη Σουηδία, το Central Electricity Board στο Ηνωμένο Βασίλειο και η Elektriciteit-Viert στη Νορβηγία.
Οι δημόσιες επιχειρήσεις αξιοποιήθηκαν επίσης ως εργαλεία για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού συστήματος, με στόχο την ανάπτυξη παραγωγικών συνεργιών με άλλους κλάδους, τη δημιουργία «εθνικών πρωταθλητών» και τη στήριξη της έρευνας και ανάπτυξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Εθνική Υπηρεσία Σιδηροδρομικών Γραμμών της Γαλλίας (SNCF) με την ανάπτυξη του Τρένου Υψηλής Ταχύτητας (TGV).

Η αμφισβήτηση των δημόσιων επιχειρήσεων

Οι ιδιωτικοποιήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο την περίοδο 1979-1997 αποτέλεσαν την πρώτη συστηματική απόπειρα με στόχο τη δραστική και μη αναστρέψιμη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Στη δεκαετία του ’90, οι πολιτικές αυτές γενικεύτηκαν στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται στην αλληλεπίδραση τριών θεμελιωδών παραγόντων: (α) στη δημιουργία της Ενιαίας Αγοράς με την «απελευθέρωση» των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών, (β) στη δημοσιονομική πειθαρχία που επέβαλαν οι κυβερνήσεις προκειμένου να εκπληρώσουν τους στόχους δημοσιονομικής σύγκλισης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, (γ) στην ανάληψη της διακυβέρνησης από κυβερνήσεις με αμιγώς νεοφιλελεύθερο ή μεικτό (κοινωνικοφιλελεύθερο) χαρακτήρα. Πρόσθετοι παράγοντες ενέτειναν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων:
• Πρώτον, ραγδαίες τεχνολογικές έθεσαν υπό αμφισβήτηση τη μονοπωλιακή οργάνωση ως αποδοτικότερη μορφή οργάνωσης σε τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες. Οι εξελίξεις αυτές -σε συνδυασμό με την ανάδυση νέων πρακτικών για τον έλεγχο των ιδιωτικών επιχειρήσεων σε μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές δραστηριότητες- επιτάχυναν την υποχώρηση της ιστορικά κληρονομημένης καχυποψίας έναντι του ιδιωτικού τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η εντεινόμενη ιδεολογική ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων απόψεων σχετικά με τα οφέλη και τα πλεονεκτήματα του ανταγωνισμού, σε συνδυασμό με την επικράτηση ατομιστικών κοινωνικών προτύπων και την αυξανόμενη ζήτηση για εξατομικευμένες υπηρεσίες εκ μέρους των πολιτών.
• Δεύτερον, η αναποτελεσματικότητα ορισμένων δημόσιων επιχειρήσεων, η εξάπλωση της γραφειοκρατίας και η ανεπάρκεια των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους οδήγησαν στην αυξανόμενη κοινωνική αποδοχή επιχειρημάτων περί «κρατισμού» και «αποτυχιών του κράτους». Οι δημόσιες επιχειρήσεις και ο δημόσιος τομέας συνολικότερα κατηγορήθηκαν για έλλειψη διαβούλευσης, περιφρόνηση των ποικιλόμορφων και μεταβαλλόμενων προσδοκιών των πολιτών, καθώς και για απουσία κάθε έννοιας λογοδοσίας ενώπιον του κοινωνικού συνόλου. Σε κοινωνικό επίπεδο, η αναποτελεσματικότητα των δημόσιων επιχειρήσεων τροφοδότησε ένα κλίμα αντιπαλότητας μεταξύ δημόσιων επιχειρήσεων και πολιτών, θέτοντας τις βάσεις για υπεραπλουστεύσεις, γενικεύσεις και υπερβολές για το θεσμό και τους εργαζομένους του.
• Τέλος, καθοριστικός παράγοντας υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων υπήρξε η διεκδίκηση των προσόδων των κρατικών μονοπωλίων από πολυεθνικές επιχειρήσεις και χρηματιστικούς οργανισμούς. Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο ενέτεινε τις πιέσεις για την εισχώρησή του σε δραστηριότητες που δεν υπόκεινται στον ανταγωνισμό. Από τη συγκεκριμένη άποψη, όσο πιο ολιγοπωλιακή ήταν η δομή των αγορών, τόσο πιο ελκυστικές θεωρούνταν αυτές για τους υποψήφιους επενδυτές. Οι ιδιωτικοποιήσεις χρησιμοποιήθηκαν έτσι ως νέο πεδίο κερδοφορίας σε ένα περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης για τον εξαιρετικά μεγάλο όγκο χρηματιστικών κεφαλαίων που συσσωρεύτηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Οι δημόσιες επιχειρήσεις στην κρίση

Οι ΔΕ συνιστούν σήμερα ένα πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ της διεθνούς επιχειρηματικής ελίτ (και των εκπροσώπων της) και των κοινωνικών κινημάτων.
Από τη μία, η πτώση των χρηματιστηριακών αξιών συνιστά σήμερα ισχυρό κίνητρο για το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, με ορατό τον κίνδυνο η νέα γενιά ιδιωτικοποιήσεων να προκαλέσει ακόμη ισχυρότερη συγκέντρωση κεφαλαίου σε δραστηριότητες δημοσίου συμφέροντος. Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτηριστική είναι η ενίσχυση της παρουσίας του επενδυτικού fund Silchester International Investors στο μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΗ, που αυξήθηκε από 5% το 2010 σε περίπου 14% τον Δεκέμβριο του 20112.
Από την άλλη, τα κοινωνικά κινήματα και οι τοπικές κοινωνίες επαναφέρουν σήμερα τις ΔΕ και τα δημόσια αγαθά στο επίκεντρο των διεκδικήσεών τους για οικονομική δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Το (νικηφόρο) εθνικό δημοψήφισμα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού στην Ιταλία (Ιούνιος 2011), η επαναφορά υπό δημόσιο/δημοτικό έλεγχο οργανισμών ύδρευσης (Γαλλία) και ενέργειας (Γερμανία), καθώς και η ίδρυση αξιόλογων ενεργειακών συνεταιρισμών (π.χ. Βέλγιο), συνιστούν ενθαρρυντικά παραδείγματα σε αυτή την κατεύθυνση, τα οποία συγχρόνως επιδιώκουν:
• την αναστολή της εκχώρησης σε υπερεθνικά ιδιωτικά ολιγοπώλια αγαθών μείζονος σημασίας για τις συνθήκες διαβίωσης, την εδαφική συνοχή και την ισότιμη συμμετοχή των πολιτών στα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και δημοκρατικά δρώμενα (ενέργεια, νερό, τηλεπικοινωνίες, μέσα μαζικής μεταφοράς)
• την καταπολέμηση έκδηλων προγενέστερων παθογενειών του δημοσίου τομέα με την εδραίωση μηχανισμών που διασφαλίζουν τη διαφάνεια, την αξιοκρατία, τη λογοδοσία ενώπιον των χρηστών και, κυρίως, τη μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων, των κοινωνικών κινημάτων και των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό
• την ανανέωση της αποστολής δημοσίου συμφέροντος αυτών των οργανισμών με άξονα την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης επενδυτικής πολιτικής για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, τη μετάβαση προς ένα νέο αειφόρο ενεργειακό υπόδειγμα, την εφαρμογή καινοτομικών μέτρων ικανών να συμφιλιώσουν την περιβαλλοντική διάσταση (εξοικονόμηση ενέργειας και νερού, ΑΠΕ) με την κοινωνική (απρόσκοπτη πρόσβαση του πληθυσμού στα εν λόγω αγαθά), καθώς και τη χρηματοδότηση μη κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων σε αναπτυσσόμενες χώρες με άξονα την έννοια του «Παγκόσμιου Δικαιώματος στο Νερό».

Σημειώσεις

1.  Frachon, O., Vakaloulis, M. (2002) Le Droit àl’énergie, Edition Syllepse.
2. «Με 14% στη ΔΕΗ και 5% στον ΟΠΑΠ η επενδυτική εταιρεία Silchester», “Καθημερινή“, 5/5/2012.




Πότε θ’ αδειάσουν (επί τέλους) τα ταμεία;

Την τρομοκρατία των «άδειων ταμείων» του κράτους την έχουμε ζήσει σε διάφορες φάσεις: κάθε φορά που έρχεται για τη διαβόητη αξιολόγηση η τρόικα, όταν πρόκειται να επιβληθούν νέα αντιλαϊκά μέτρα για να μας δοθεί η περιβόητη δόση…
Την τελευταία φορά τη ζήσαμε ως προεκλογικό όπλο: αν βγει ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα, πώς θα πληρωθούν οι συντάξεις και οι μισθοί, αφού θα μας κοπεί η χρηματοδότηση, τη στιγμή που τα κρατικά ταμεία αντέχουν μέχρι τέλος Ιουνίου;
Καθώς πλησίαζε αυτό το τέλος του Ιουνίου, η «δευτέρα παρουσία» των άδειων ταμείων έπαιρνε μετάθεση για τέλη… Ιουλίου. Τόσοι και τόσοι περισπούδαστοι αναλυτές έβγαιναν για να μας πουν ότι δεν πρέπει να παίζουμε με τη φωτιά, δηλαδή με τις διαθέσεις της τρόικας, γιατί τα δημόσια ταμειακά διαθέσιμα φτάνουν δεν φτάνουν για τον Ιούλιο.
Και να που πέρασε ο Ιούνιος, κοντεύει να βγει και ο Ιούλιος κι ακόμα να αδειάσουν τα ταμεία. Θαύμα; Όχι ακριβώς. Απλώς η λύση που συνήθως βρίσκεται σε περιπτώσεις ταμειακής δυσχέρειας είναι πασίγνωστη -και στους κατ’ επάγγελμα τρομοκράτες- και είναι ακριβώς αυτή που εξηγούσε προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ ότι θα εφαρμόσει, προκειμένου να μην κινδυνεύσουν οι συντάξεις και οι μισθοί του δημοσίου, που τόσο πολύ ανησυχούσαν τους ευαίσθητους τρομοκράτες των μνημονιακών κομμάτων: έντοκα γραμμάτια και γενικά βραχυπρόθεσμος δανεισμός ολίγων δισεκατομμυρίων.
Όπερ και εγένετο αυτές τις ημέρες - και κατεγράφη μόνο στα ψιλά των εφημερίδων, γιατί εκεί είναι, πράγματι, η θέση του.
Υπομονή να έχουμε και θα δούμε τώρα πότε θα ξαναπροκύψει ο εθνικός κίνδυνος μήπως αδειάσουν τα κρατικά ταμεία. Το πιο πιθανό είναι να επιστρέψει όταν θα αρχίσει να ξεθαρρεύει ο τρομοκρατημένος πολίτης, με αποτέλεσμα να αντιδρά δυναμικά στην απαίτηση να θυσιαστεί για να σωθεί η πατρίς (στο πρόσωπο των τραπεζιτών και των κερδοσκόπων).




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΜΑΡΙΑ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ*





Οι δημόσιοι χώροι της Αττικής με την τρισχιλιετή παράδοση δεν είναι για να κάνουμε πειράματα real estate, όταν μάλιστα πρόκειται για μια χώρα που έχει πολύ περιορισμένους χωρικούς πόρους, αλλά πόρους πολιτισμικούς και τοπιακούς πολύ μεγάλης σημασίας.


Η Αθήνα, μια μεσογειακή πρωτεύουσα με ιστορία
και πολιτισμό χιλιετιών, με ένα δαντελωτό ακτών
με σημαντικούς πόλους, την Ελευσίνα, το Φαληρικό όρμο, το Ελληνικό, βρίσκεται ανοχύρωτη μπροστά
στα σχέδια ιδιωτών και τις διαθέσεις της κυβέρνησης, λόγω και της μη θεσμοποίησης του Ρυθμιστικού Σχεδίου, που θα έθετε έστω ένα καθοδηγητικό πλαίσιο. Η Μαρία Μαντουβάλου είχε την επιστημονική ευθύνη για
τη σύνταξη του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αθήνας 2012
και με αυτήν την ιδιότητά της συζητήσαμε
για το θαλάσσιο μέτωπο της Αθήνας.

Τη συνέντευξη πήρε
η Ζωή Γεωργούλα

Σύμφωνα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες επιβεβαιώνεται και συνεχίζεται η λογική της «αξιοποίησης» του θαλάσσιου μετώπου της Αθήνας. Πρόκειται πράγματι για αξιοποίηση;

Όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε για το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αττικής, εντοπίστηκε από την αρχή η μεγάλη σημασία που έχει το ότι η Αθήνα είναι μια μεσογειακή πόλη, χαρακτηρισμός που αναδεικνύει την προνομιακή της σχέση με τη θάλασσα. Ένα από τα στοιχεία, λοιπόν, που υποβόσκει και οργανώνει τη λογική του Ρυθμιστικού είναι ότι η Αθήνα χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ως «Μεσογειακή πρωτεύουσα» και μάλιστα με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι είναι μια πόλη που αναδεικνύει τη διαχρονικότητα του πολιτισμού. Για τη Μεσόγειο αλλά και για τη χώρα μας συγκεκριμένα, θάλασσα και πολιτισμός είναι στενά συνδεδεμένα, ενώ η Αθήνα διαθέτει ένα από τα πλουσιότερα θαλάσσια μέτωπα ανάμεσα στις άλλες πόλεις της Μεσογείου.
Αυτό το θαλάσσιο μέτωπο περιλαμβάνει τμήματα πολύ σημαντικά από παραγωγική άποψη, όπως είναι τα λιμάνια, αλλά επίσης πολύ σημαντικά από πολιτισμική άποψη, όπως το Σούνιο και η Ελευσίνα. Επιπλέον έχει ευτυχήσει να έχει έργα κολοσσιαίας σημασίας, αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη, στο Φαληρικό όρμο, τόπο που μας παραπέμπει σε 3.000 χρόνια ιστορία. Ας σκεφτούμε όλο αυτό το δαντελωτό των ακτών με σημαντικούς πόλους, την Ελευσίνα, το Φαληρικό όρμο -στον οποίο εκβάλλει όλο το κομμάτι του κέντρου, η Πειραιώς και η Συγγρού, με τις πολιτιστικές τους δραστηριότητες. Σε αυτό το πλαίσιο το Ελληνικό είναι το πολυτιμότερο «οικόπεδο» της Μεσογείου. Κινδυνεύει όμως να αξιοποιηθεί με ανάπτυξη «τύπου Κίνας», όπου δηλαδή κατασκευάζεται ένα οικιστικό συγκρότημα και, άμα δεν πετύχει και δεν το αγοράσουν οι διεθνείς ή οι ντόπιοι επενδυτές, το γκρεμίζουν και μετά από τρία χρόνια κάνουν κάτι άλλο. Αυτοί οι δημόσιοι χώροι της Αττικής με την τρισχιλιετή παράδοση δεν είναι για να κάνουμε πειράματα real estate, όταν μάλιστα πρόκειται για μια χώρα που έχει πολύ περιορισμένους χωρικούς πόρους, αλλά πόρους πολιτισμικούς και τοπιακούς πολύ μεγάλης σημασίας. Πολύ σωστά κάποια στιγμή είπε ο πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ (Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου) ότι δεν μπορούμε, σε μια εποχή ύφεσης όπως είναι η τωρινή, να συζητάμε για τις τιμές που θα πάρουμε από την πώληση κρατικής περιουσίας, αλλά χρειάζεται να επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας στην καλύτερη δυνατή συμβολή της στην αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Σε εποχή ύφεσης το διεθνές κεφάλαιο ενδιαφέρεται να επωφεληθεί όσο μπορεί περισσότερο από τους πόρους της Ελλάδας, είναι αναμενόμενο. Σε μια τέτοια φάση δεν μπορεί να θεωρείται ότι για την έξοδο από την ύφεση και την ανάπτυξη θα αποδώσει η πώληση π.χ. του πολυτιμότερου οικοπέδου, του Ελληνικού.
Χρειάζεται να εντάξουμε την αξιοποίηση του Ελληνικού -και γενικότερα του θαλασσίου μετώπου- σε μια ευρύτερη αναπτυξιακή δυναμική, που για την Ελλάδα βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, στη σύζευξη του παρελθόντος, της διακριτής πολιτιστικής της ταυτότητας -που σήμερα «ξαναδιαβάζεται» από πολλούς ξένους και Έλληνες καλλιτέχνες- με τη σαφώς έντονη και σημαντική σημερινή πολιτιστική της παρουσία. Θεωρώ, λοιπόν ότι το θαλάσσιο μέτωπο που προσδίδει στην Αθήνα το χαρακτηριστικό της «Μεσογειακής πρωτεύουσας», είναι ένα αναπτυξιακό της στοιχείο πολύ σημαντικό που, σε συνδυασμό με τον πολιτισμό, προσφέρει πολλαπλές δυνατότητες προβολής της πόλης, αλλά και δημιουργικής ανέλιξης για τη νέα γενιά.

Συνεπώς συγκλίνουμε στην ανάπτυξη, αλλά διαφοροποιούμαστε στο πλαίσιο και στη στόχευση;
«Ανάπτυξη» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ό,τι συμβαίνει στο παραλιακό μέτωπο διαφόρων περιοχών, με λογική όμως που επικεντρώνεται στα έργα μεγάλης κλίμακας, τα οποία μεταβάλλουν το χαρακτήρα του τοπίου, επιβάλλονται στα κοινωνικά χαρακτηριστικά και τις προοπτικές των πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού και, σε πολλά μέρη, αποκλείουν εντελώς όλη την υπόλοιπη πόλη. Δεν μπορεί να είναι αυτό το πρότυπο για την Ελλάδα. Πρέπει η ανάπτυξη της παραλίας να την κάνει προσιτή στην πόλη και στις δραστηριότητες που αναπτύσσουν οι πολίτες. Το θαλάσσιο μέτωπο της Αθήνας έχει πολύ δυνατά σημεία που δεν έχουν άλλα παραλιακά μέτωπα.

Το Ρυθμιστικό Σχέδιο υφίσταται με τη λειτουργία που του προσδίδει το όνομά του;
Το Ρυθμιστικό είναι ένα έτοιμο σχέδιο το οποίο δεν έχει αποκτήσει υπόσταση νομική. Παλευόταν η θεσμοθέτησή του από το Δεκέμβρη του 2011 περίπου έως το Μάρτιο του 2012, οπότε παραιτήθηκε η Εκτελεστική Επιτροπή του Οργανισμού Ρυθμιστικού Αθήνας, ακριβώς διότι ανέκυπταν συνεχώς απροσδιόριστα εμπόδια και δεν προχωρούσε η θεσμοποίησή του. Συνεπώς αυτή τη στιγμή η Αθήνα ουσιαστικά δεν έχει Ρυθμιστικό Σχέδιο, και αυτό μετά από πάρα πολλή δουλειά και διαβούλευση σε βάθος με συναρμόδια υπουργεία και φορείς για να συνταχθεί, και παρά τη μεγάλη ανάγκη που αναδεικνύει η συγκυρία για ένα σαφές και επεξεργασμένο πλαίσιο ανάπτυξης.

Ένα σημείο αντιπαράθεσης με τις κυβερνητικές εξαγγελίες είναι ο φορέας που θα αναλάβει την «αξιοποίηση». Θα είναι ιδιώτες ή το δημόσιο;
Αυτό είναι πολύ σημαντικό ζήτημα. Ως ρότα όλων αυτή τη στιγμή δηλώνεται η έξοδος από την ύφεση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται πολιτική στόχευση με πρόγραμμα και γνώση. Δηλαδή να μη θεωρούμε ότι μπορεί να μας βγάλει από την ύφεση το αν καταφέρουμε με πολύ κόπο να κάνουμε real estate την παραλία και να την πουλήσουμε. Αν, ωστόσο, καταφέρουμε να αναδείξουμε με συνοχή μια σειρά από άξονες που θα καθοδηγούν και θα πλαισιώνουν την όποια, έστω ιδιωτική, επένδυση, τότε θα διαφυλάξουμε τη στόχευση της αξιοποίησης. Από αυτή την πλαισίωση πρέπει να αποκλείονται αναπτύξεις περίκλειστες που δεν έχουν ακτινοβολία στη γύρω περιοχή και δεν συμβάλλουν ευρύτερα σε ανάπτυξη του περιβάλλοντός τους. Το κράτος δεν οφείλει να κάνει τις επενδύσεις, οφείλει όμως οπωσδήποτε να τις καθοδηγήσει. Δεν υπάρχει πραγματική ανάπτυξη χωρίς καθοδηγητικό, καίριο ρόλο και πλαίσιο του δημοσίου. Πίσω από τις ξιφουλκίες για το αν τις επενδύσεις θα τις κάνει το δημόσιο ή οι ιδιώτες καλύτερα, κρύβεται το έλλειμμα προσέγγισης της αξιοποίησης. Για το θαλάσσιο μέτωπο, ο προς αξιοποίηση χώρος πρέπει να παραμένει δημόσιος ως προς τη χρήση του.

Αυτού του είδους η ανάπτυξη φαίνεται να εστιάζει στο μεγάλο αστικό κέντρο και να εγκαταλείπει την περιφέρεια.
Πρόκειται για ένα επίσης σημαντικό θέμα. Μια δημογραφική μελέτη στο πλαίσιο του Ρυθμιστικού, αλλά και πολύ περισσότερο η απογραφή, αναδεικνύουν ότι ο πληθυσμός της Αθήνας συνεχώς μειώνεται. Αυτό είναι μία πλευρά της κρίσης που συμβαίνει τώρα στην Αθήνα και ιδιαίτερα στο κέντρο της: ένα κτιριακό δυναμικό υπάρχον απαξιώνεται και δημιουργούνται οι όροι για ένα άλλο μοντέλο αξιοποίησης. Οι δυνάμεις της αγοράς είχαν την τάση να κτίζουν συνεχώς, ιδιαίτερα στην Αττική, εκτός του δομημένου ιστού, ενώ δεν έχουν δημιουργηθεί τα μέσα, νομικά και άλλα, που θα ωθήσουν σε επαναχρησιμοποίηση του υφιστάμενου αστικού ιστού. Ένα καλό παράδειγμα έχουμε με τα υπουργεία: πολλά από αυτά μετακόμισαν σε διάφορες περιοχές στις προοπτικές του real estate, το κέντρο χάνει το δυναμισμό τους και αυτό αποτελεί ένα λόγο που προστίθεται σε άλλους και οδηγεί στην παρακμή που βιώνουμε. Κατασπατάληση μέσων και δυνάμεων, περιβαλλοντική υποβάθμιση, απαξίωση τόπων και περιουσιών, θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποτέλεσμα των «δυνάμεων της αγοράς» που λειτουργούν χωρίς καθοδήγηση και πέρα από κάθε πολιτική στόχευση και πρόγραμμα.

Ο Χάρβεϊ έχει εισάγει την έννοια της υφαρπαγής του χώρου. Στην περίπτωση που συζητάμε πραγματώνεται αυτή η έννοια;
Νομίζω ναι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ ήρθε και έμεινε τόσες πολλές ημέρες στην Αθήνα μελετώντας τα εδώ συμβαίνοντα. Η πώληση μεγάλων χώρων, όπως το Ελληνικό, σε φάση τέτοιας ύφεσης όπως αυτή που βιώνουμε, δημιουργεί εξαιρετικές συνθήκες για την υφαρπαγή του χώρου.


* Η Μαρία Μαντουβάλου είναι αρχιτέκτων πολεοδόμος, ομότιμη καθηγήτρια του ΕΜΠ και είχε, στο πλαίσιο του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας, την επιστημονική ευθύνη για τη σύνταξη του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αθήνας 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου