Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

«Κουρέματα» του χρέους και οι απαντήσεις της αριστεράς




Ημερομηνία δημοσίευσης: 30/10/2011 AYΓΗ
ΤΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗ*

Αξίζει να σημειωθεί πως για να διατηρήσει μία χώρα τέτοια πρωτογενή πλεονάσματα με πολιτικές λιτότητας είτε πρέπει να ανακαλύψει πετρέλαιο, είτε πρέπει να βγουν τα τανκς στους δρόμους... Η πολιτική λιτότητας υπό την εποπτεία της τρόικας είναι αδύνατον να δημιουργήσει ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος ύφεσης-δημόσιου χρέους.

Εδώ και πολύ καιρό η κρίση χρέους από «ελληνική ιδιαιτερότητα» έχει καταστεί γενικευμένη απειλή για την ύπαρξη της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό αποτελούσε πάγια θέση του χώρου μας από την αρχή της κρίσης, αλλά στο ευρωπαϊκό επίπεδο έγινε κατανοητό από το καλοκαίρι του 2011 και μετά. Η Συμφωνία της 21ης Ιουλίου προσπάθησε να λάβει τον χαρακτήρα απάντησης στη συστημική κρίση. Η επίσημη παραδοχή της αποτυχίας της λίγους μόνο μήνες μετά, δίνει τη σκυτάλη σε μια εξαιρετικά εύθραυστη και νεφελώδη νέα συμφωνία, αυτή της 26ης Οκτωβρίου, η οποία δεν έχει κανένα εχέγγυο ότι θα είναι πιο αποτελεσματική από την προηγούμενη.

Η Συμφωνία της 21ης Ιουλίου για το ελληνικό χρέος είχε χαρακτηριστεί «ιστορική» από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και από τη μερίδα των ΜΜΕ που αποτελούν τον σκληρό πυρήνα προάσπισης των κυβερνητικών πολιτικών. Παρά τις συνεχείς διατυπώσεις της ελληνικής κυβέρνησης περί προσήλωσης στη Συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η τελευταία Σύνοδος Κορυφής ταφόπλακα στην «ιστορική καλοκαιρινή επιτυχία» της κυβέρνησης Παπανδρέου. Η απόφαση για «κούρεμα» του χρέους της Ελλάδας κατά 50% που προωθήθηκε δυναμικά από την πλευρά της Γερμανίας μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαντάζει ως τομή για το ελληνικό πρόβλημα του δημόσιου χρέους, όμως στην πραγματικότητα δεν θα αργήσει να αποδειχθεί μία νέα «21η Ιουλίου».

Η κ. Μέρκελ υποστήριξε την πρόταση για κούρεμα 50%, βασισμένη στα στοιχεία της εμπιστευτικής έκθεσης του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, σύμφωνα με τα οποία ένα κούρεμα αυτού του μεγέθους θα μπορούσε να «προσγειώσει το ελληνικό χρέος σε 120% του ΑΕΠ το 2021 και να το καταστήσει βιώσιμο. Ένα κούρεμα 50%, σύμφωνα με την ίδια μελέτη είναι ταυτόσημο με μία απότομη μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους από 160% του ΑΕΠ το 2011 σε 150% το 2012. Υποθέτοντας ότι το ΑΕΠ το 2011 είναι 220 δισ. και ότι το 2012 το ΑΕΠ είναι 215 δισ. σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το χρέος μειώνεται από 356,4 δισ. σε 322,5 δις. Δηλαδή η μείωση του χρέους από ένα κούρεμα της τάξης του 50%, σε πρώτη φάση ισοδυναμεί με μείωση του χρέους μόνο κατά 34 δισ. ευρώ, ή αλλιώς 9,5%! Ο ισχυρισμός ότι μία τέτοια μείωση σε σχέση με έναν τόσο τεράστιο όγκο χρέους μπορεί να κινητοποιήσει μία διαδικασία ώστε να καταστεί το χρέος βιώσιμο εντός μιας δεκαετίας, προσεγγίζει τα όρια του γελοίου.

Ο λόγος που και αυτό το σχέδιο είναι καταδικασμένο να αποτύχει είναι η επεξήγηση, από πλευρά τρόικας και ηγεσίας της Ε.Ε., του τρόπου με τον οποίο το χρέος από 150% το 2012 θα φτάσει το 120% το 2021. Η μέθοδος για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός είναι η γνωστή πολιτική της εντατικής λιτότητας, με μέσο όρο πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 4% για την περίοδο 2012-2020, που θα συνεχιστούν μέχρι το 2030! Αξίζει να σημειωθεί πως για να διατηρήσει μία χώρα τέτοιου τύπου πρωτογενή πλεονάσματα είτε πρέπει να ανακαλύψει πετρέλαιο, είτε πρέπει να βγουν τα τανκς στους δρόμους... Η πολιτική λιτότητας υπό την εποπτεία της τρόικας είναι αδύνατον να δημιουργήσει ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος ύφεσης-δημόσιου χρέους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την αρχή της κρίσης έχει προτείνει ένα σχέδιο επίλυσης της κρίσης χρέους, το οποίο όσο περνάει ο καιρός επαληθεύεται πλήρως και γίνεται όλο και πιο επιτακτικό. Στην ουσία αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική και βιώσιμη διέξοδο για την επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά κυρίως για την αποφυγή της κοινωνικής ερημοποίησης και αποδόμησης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να κάνουμε δύο παρατηρήσεις: Πρώτον η «επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» δεν προκύπτει από κάποιον φετιχισμό, ούτε από κάποια ευρωλαγνεία αλλά είναι απότοκο της στρατηγικής της αριστεράς με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό. Και δεύτερο, αυτή η «επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» έχει νόημα να υπάρξει μόνο αν αποφευχθεί «η κοινωνική ερημοποίηση». Αν η κοινωνία οδηγείται στη διάλυση εξαιτίας της «επιβίωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης» τότε η αριστερά οφείλει να συμβάλει στον αγώνα για διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αυτή τη μορφή.

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για διέξοδο από την κρίση έχει ως βάση την υπέρβαση των αγορών και για αυτό έχει βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα. Καμία λύση δεν μπορεί να δοθεί σε ένα στενό πλαίσιο που θα «σέβεται» τους «ατσαλένιους νόμους του χρηματοπιστωτικού συστήματος» και θα υποτάσσεται στους «στημένους» όρους του παιχνιδιού όπως έχουν διαμορφωθεί από τον υπάρχοντα ταξικό συσχετισμό. Η διέξοδος από την κρίση είτε θα έχει ως βάση της αξίες της αριστεράς για κοινωνική δικαιοσύνη, πλήρη απασχόληση και αλληλεγγύη είτε πολύ απλά δεν πρόκειται να υπάρξει καμία λύση, για να παραφράσουμε μία γνωστή ρήση ενός διανοούμενου του χώρου μας.

Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα κάποια βασικά σημεία της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως γνωστόν, αφετηρία της πρότασης διεξόδου είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους. Λογικό είναι αρκετοί να αναρωτιούνται τι διαφορά έχει αυτή η πρόταση από την πρόταση της Μέρκελ και των λοιπών για μεγάλο κούρεμα του χρέους. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορά μία λογιστικού τύπου απομείωση του χρέους αλλά μια πραγματική.

Είναι κάτι τέτοιο όμως εφικτό ή είναι άλλη μια ουτοπία της αριστεράς; Αρκεί να αναλογιστούμε το πόσο ριζικά έχει αλλάξει ο κόσμος μας τα τρία τελευταία χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers και πόσο πολύ έχει μετατοπιστεί η ατζέντα του διαλόγου στο επίπεδο των ιδεών. Και αυτό έχει συμβεί χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή των ταξικών συσχετισμών. Η ίδια η κρίση και τα αδιέξοδα του καπιταλισμού έχουν πυροδοτήσει την αμφισβήτηση των ιερών και των οσίων του νεοφιλελευθερισμού ακόμα και από ορθόδοξους οικονομολόγους. Μπορεί μια τέτοια μεταστροφή να μην έχει αποτυπωθεί ακόμη στο πεδίο της πολιτικής, αλλά η ίδια η ιστορία μας διδάσκει πως οι μετατοπίσεις στο ιδεολογικό πεδίο προηγούνται των πολιτικών μετατοπίσεων (ας διδαχθούμε από την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού τη δεκαετία του 1970).

Αρκεί όμως η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους για τη διέξοδο από την κρίση; Εδώ έγκειται μία ακόμη θεμελιώδης διαφορά της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τις προωθούμενες «λύσεις». Έστω ότι με ένα μαγικό ραβδάκι το χρέος μηδενιζόταν σε μια στιγμή, αυτό μέσα σε πολύ λίγο καιρό θα έφτανε σε ιλιγγιώδη επίπεδα γιατί δεν θα είχαν αντιμετωπιστεί δύο νευραλγικά διαρθρωτικά ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας: το έλλειμμα στη διανομή του εισοδήματος και το έλλειμμα στην παραγωγή προϊόντος.



Το νέο παραγωγικό μοντέλο



Είναι γνωστό ότι το δημοσιονομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας εδράζεται στην πλευρά των ελλιπών δημόσιων εσόδων και όχι στην πλευρά των υψηλών δημόσιων δαπανών. Η πρόταση για δίκαιη διανομή του εισοδήματος αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για διέξοδο από την κρίση, όχι απλώς για να καταστούν βιώσιμα τα δημόσια οικονομικά της χώρας μας αλλά για να εξασφαλιστεί η κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή.

Από την άλλη όμως, το ζήτημα του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας όχι απλώς δεν πρέπει να υποτιμάται, αλλά πρέπει να του αποδίδεται παρόμοια σημασία με το ζήτημα της διανομής του εισοδήματος. Μπορεί να παραμελείται επειδή φαινομενικά δεν αγγίζει, όσο το ζήτημα της διανομής, τον ταξικό χαρακτήρα της κοινωνίας και να χαρίζεται σε άλλες πολιτικές δυνάμεις, όμως σε τελική ανάλυση το μοντέλο παραγωγής είναι αυτό που επηρεάζει και τον τρόπο που διανέμεται το εισόδημα. Επομένως, το ζήτημα του παραγωγικού μοντέλου αποτελεί τον έτερο ακρογωνιαίο λίθο του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.

Τις παραπάνω πτυχές έρχεται να συμπληρώσει η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος με κοινωνικό έλεγχο, μία πρόταση που παρόλο πριν την κρίση ακουγόταν ουτοπική, πλέον φαντάζει ως αναγκαία. Η συγκεκριμένη πρόταση είναι απαραίτητη γιατί απαντάει τόσο στο ζήτημα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, αλλά συμπληρώνει και τους δύο ακρογωνιαίους λίθους που αναφέρθηκαν παραπάνω, δηλαδή τη διανομή του εισοδήματος και την παραγωγή.

Εν κατακλείδι, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι ευκαιρίες που έχει η Ευρώπη δεν είναι απεριόριστες και ο χρόνος της για την εύρεση ουσιαστικής λύσης είναι πεπερασμένος. Η δεύτερη αποτυχία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα υπάρξει και τρίτη ευκαιρία για επανόρθωση. Οι εξελίξεις μετά τη δεύτερη αποτυχία αναμένονται να είναι πολύ πιο ραγδαίες και καταιγιστικές από τις εξελίξεις του καλοκαιριού. Σιγά-σιγά έχουμε πλησιάσει στο πιο κρίσιμο σημείο, όπου η Ε.Ε. είτε θα κληθεί να αλλάξει πορεία είτε θα διαλυθεί. Η ευθύνη της Αριστεράς είναι πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή βαρύτητά της στο πολιτικό επίπεδο. Και είναι ευθύνη όχι απέναντι στην Ε.Ε. ως θεσμό, αλλά απέναντι στον κόσμο της εργασίας, ο οποίος δέχεται την πιο σφοδρή επίθεση από τις καταβολές του σύγχρονου καπιταλισμού.



* Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης είναι μέλος της ΚΠΕ του Συνασπισμού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου