Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Λύσεις από τα αριστερά


Τρία χρόνια σχεδόν μετά την κατάρρευση του τραπεζικού κολοσσού Lehman Brothers κανείς δεν πιστεύει πως η κρίση έχει ξεπεραστεί ή ότι επίκειται το τέλος της. Αντίθετα, πολλοί επισημαίνουν τον κίνδυνο για νέες Lehman Brothers αν η ίδια πολιτική συνεχισθεί.

Το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι όχι μόνο δεν βρισκόμαστε κοντά στο τέλος της κρίσης, αλλά είμαστε στην αρχή μιας «νέας επικίνδυνης φάσης της».



Νέα επικίνδυνη φάση της κρίσης



Πράγματι στις ΗΠΑ η αναιμική ανάκαμψη απειλείται με επιβράδυνση ή και νέα ύφεση αν δεν υπάρξουν νέα δημοσιονομικά πακέτα. Στην Ευρώπη η κρίση της Eυρωζώνης δεν έχει τεθεί καν υπό έλεγχο, και κανείς δεν πιστεύει ότι μπορεί να αντιμετωπισθεί με βάση την υφιστάμενη αρχιτεκτονική και τις υφιστάμενες θεσμικές και πολιτικές διευθετήσεις. Οι αναγκαίες επιλογές μετατίθενται στο μέλλον, με κίνδυνο την ακόμη μεγαλύτερη όξυνση της κρίσης. Στη χώρα μας οι στόχοι του Μνημονίου αποδεικνύονται ολοένα και πιο ανέφικτοι και οι κοινωνικές συνέπειες δραματικές.

Οι εξελίξεις αυτές δεν οφείλονται σε καθυστερήσεις ή λάθη κατά την εφαρμογή της πολιτικής αλλά στην ίδια την πολιτική. Από μια άποψη, μπορούμε να πούμε, η πολιτική που μετά την κρίση εφαρμόσθηκε διεθνώς πέτυχε ορισμένους από τους στόχους του κεφαλαίου. Οι ζημιές της πρώτης φάσης της κρίσης π.χ. απορροφήθηκαν από τα κράτη. Όμως η κρατικοποίηση των ζημιών των τραπεζών και του κόστους της κρίσης είχε ως αποτέλεσμα ή επέτεινε την κρίση των δημόσιων οικονομικών. Αντίστοιχα οι μισθοί μειώθηκαν, οι εργασιακές σχέσεις απορρυθμίσθηκαν υπέρ του κεφαλαίου. Αυτό οδήγησε στην ανάκαμψη της κερδοφορίας ιδίως των εξαγωγικών επιχειρήσεων. Όμως ταυτόχρονα οδήγησε στην ύφεση, την ανεργία και την κρίση των οικογενειακών προϋπολογισμών.

Τέλος, με τη βοήθεια των κρατών και τα χρήματα των φορολογουμένων, οι τράπεζες αρχικά ορθοπόδησαν. Μόνο οι ελληνικές τράπεζες έχουν απορροφήσει 108 δισ. ευρώ σε ρευστό, ομόλογα και εγγυήσεις. Όμως η λιτότητα, η ύφεση, η ανεργία, η κρίση των χρηματιστηρίων και των κρατικών χρεών προκαλούν μια δευτερογενή κρίση των ευρωπαϊκών (μαζί και των ελληνικών) τραπεζών, σε πολλές περιπτώσεις χειρότερη από την αρχική.



Το λάθος του κ. Βενιζέλου

Προσπάθειες λοιπόν να αντιμετωπισθούν κάποιες πτυχές της κρίσης επιφέρουν τη μετάστασή της σε άλλες περιοχές ή δημιουργούν επικίνδυνους «φαύλους κύκλους». Και τούτο γιατί η εφαρμοζόμενη πολιτική δεν αντιμετωπίζει τις θεμελιώδεις αιτίες της κρίσης, όπως τις ανισότητες και τη συνδεδεμένη με αυτές υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου και του πλούτου, αλλά τις οξύνει περισσότερο με τη μείωση των μισθών, την αύξηση της έμμεσης φορολογίας, τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου.

Επιβεβαιώνεται έτσι και στην πράξη πως η κρίση που ζούμε δεν είναι πρόσκαιρη ούτε «κυκλική». Είναι μια μακρόχρονη, συστημική και δομική κρίση του καπιταλισμού, που σηματοδοτεί το τέλος μας ολόκληρης εποχής, που χαρακτηρίσθηκε από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και τη λεγόμενη συναίνεση της Ουάσιγκτον.

Το λάθος του κ. Βενιζέλου δεν είναι ότι επεχείρησε να διαπραγματευθεί με την τρόικα, αν όντως το επεχείρησε. Το λάθος του ήταν ότι διεκδίκησε μακρύτερο χρόνο για την εφαρμογή των ίδιων αποτυχημένων μέτρων, ενώ το ζητούμενο είναι ο ριζικός επανακαθορισμός των σκοπών και των μέσων της πολιτικής. Το ζητούμενο δεν είναι περισσότερα μέτρα της ίδιας λογικής, αλλά νέες αξίες, νέες λογικές, νέα παραγωγικά και κοινωνικά πρότυπα, στη βάση ενός κοινωνικού οράματος που να εμπνέει και να συμπυκνώνει τις ανάγκες της κοινωνίας και ειδικότερα της νέας γενιάς.



Υπάρχουν λύσεις από τα αριστερά

Ο κόσμος και οι κοινωνίες δεν βρίσκονται μπροστά σε κάποιο απόλυτο αδιέξοδο, απόψεις που ορισμένοι μοιρολατρικά καλλιεργούν. Το αδιέξοδο το δημιουργούν οι ξεπερασμένες, άδικες και αδιέξοδες πολιτικές, οι προσπάθειες να κρατηθεί στην εξουσία το σύστημα αξιών, πολιτικής και συμφερόντων που έφερε την κρίση. Λύσεις επομένως υπάρχουν, αλλά βρίσκονται στα αριστερά του αξιακού και ιδεολογικού φάσματος.

Δεν είναι τυχαίο που ο Μαρξ συνεχίζει να αποκτά όψιμους οπαδούς, με τον καθηγητή Ρουμπινί να εντάσσεται μεταξύ αυτών που αναγνωρίζουν δίκιο στον Μαρξ ή σε κάποια δική τους ανάγνωση του έργου του. Ούτε είναι τυχαία η «αγανάκτηση» ορισμένων υπερπλουσίων, όπως του πολυεκατομμυριούχου Γουόρεν Μπάφετ, για την πολύ χαμηλή φορολογία τους σε σχέση με την υπερφορολόγηση των εργαζομένων, τάση που βρίσκει μιμητές και σε πλούσιους της Γαλλίας, της Γερμανίας και αλλού, που αρθρογραφούν με αίτημα τη φορολόγησή τους. Δεν πρόκειται για κάποια μορφή φιλανθρωπίας ή κοινωνικής ευαισθησίας αλλά δείγμα ταξικής ανησυχίας, που προκαλούν οι κοινωνικές εκρήξεις από τις αραβικές χώρες ως το Λονδίνο.

Είναι ενδεικτικό ότι προτάσεις όπως η αναδιανομή των εισοδημάτων και η «προοδευτική φορολόγηση του πλούτου», η δραστική μείωση των εξοπλισμών, η μείωση της ανεργίας με τη χρηματοδότηση δημόσιων υποδομών και έργων προστασίας και αναβάθμισης του περιβάλλοντος, η καταπολέμηση της φτώχειας και η διεύρυνση των δημόσιων αγαθών, η διαγραφή ή ακύρωση μεγάλου μέρους των συσσωρευμένων χρεών που δεν μπορούν να αποπληρωθούν, η έκδοση ευρωομολόγων και η αλλαγή του ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο κοινωνικός έλεγχος της λειτουργίας των τραπεζών κ.λπ., βρίσκουν πλέον συχνά θέση στις αναλύσεις κορυφαίων οικονομολόγων και αναλυτών του συστήματος, παραγόντων της σοσιαλδημοκρατίας, οργανώσεων των οικολογικού και κοινωνικού κινήματος. Και όλα δείχνουν πως η τάση αυτή θα ενισχυθεί.

Η Αριστερά, αντί να καταγγέλλει, όπως κάνουν ορισμένα τμήματά της, τις όποιες διαφοροποιήσεις ως κάλπικες ή ως αναχώματα στη δική τους προοπτική, πρέπει να παίξει ένα ρόλο ηγεμονικό, πρωτοστατώντας η ίδια στη χάραξη των νέων διαχωριστικών γραμμών και στην ανασύνθεση των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, με στόχο ένα νέο συνασπισμό εξουσίας, για μια εναλλακτική στρατηγική.



Δύναμη αντίστασης και αλλαγής της κοινωνίας

Στο μεταξύ, η εμμονή σε μια πολιτική που έχει καταστεί μέρος της κρίσης οδηγεί σε απρόβλεπτες εξελίξεις και διεθνώς και στην Ευρώπη και στη χώρα μας. Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, τα αποτελέσματα της πολιτικής του Μνημονίου είναι καταστροφικά, και όμως οι πιέσεις που ασκούνται για τη συνέχισή της είναι αφόρητες. Έχουν φτάσει να επενδύονται με ανοιχτές απειλές εξόδου ή αποβολής από το ευρώ, απειλές για άλλους εικονικές και για άλλους ως έκφραση αντιλήψεων για μια «γερμανική ευρωζώνη», με κοινό όμως στόχο την τρομοκράτηση της κοινωνίας. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ακόμη και η σκόπιμη αναστολή κάποιας «δόσης», ως ένα ακόμη μέσο πίεσης και τρομοκράτησης της κοινωνίας. Όλα αυτά ωθούν ή και συνειδητά αποβλέπουν σε μια αυταρχικοποίηση της εξουσίας και ενθάρρυνση βοναπαρτικών μεθόδων άσκησης της πολιτικής.

Οι δυνάμεις λοιπόν της αριστεράς, σ’ αυτή τη νέα φάση της κρίσης, θα πρέπει να προετοιμασθούν για να αντιμετωπίσουν τέτοιες τάσεις αυταρχικοποίησης της πολιτικής, ενδεχομένως πρόωρες εκλογές, πιθανώς και κρίσεις πολιτικές ή άλλα γεγονότα που δεν μπορούν να προβλεφθούν. Διεκδικώντας όμως κάθε κόμμα ή ομάδα της αριστεράς τη δική της αυτονομία, επιδιώκοντας η κάθε ομάδα ξεχωριστά την «ενότητα» των άλλων γύρω από τις δικές της θέσεις, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η αριστερά ως σύνολο, αλλά και το κάθε κόμμα ή ομάδα ξεχωριστά θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε ό,τι επιτάσσουν οι νέες συνθήκες ή να αξιοποιήσουν προς όφελος της κοινωνίας δυνατότητες που οι συνθήκες αυτές περικλείουν. Ευτυχώς όμως η ιστορία διδάσκει ότι κοινή δράση μπορεί να υπάρξει, παρά τις διαφορές, όταν υπάρχει πολιτική βούληση.

Όμως η κοινή δράση, από μόνη της, χωρίς κατεύθυνση και προοπτική, δεν αρκεί. Το υφιστάμενο παραγωγικό και κοινωνικό μοντέλο ό,τι θετικό ήταν να δώσει το έχει εξαντλήσει προ πολλού. Γι' αυτό και βρίσκεται υπό κατάρρευση. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και του βιοτικού επιπέδου του λαού δεν μπορεί να γίνει στη βάση αυτού του καταρρέοντος συστήματος, αλλά μόνο με την υπέρβασή του. Η πάλη επομένως κατά του Μνημονίου και η απαλλαγή από αυτό θα πρέπει να κατανοηθεί ως ένας αγώνας διαρκείας, κοινωνικός και πολιτικός, για να αλλάξουν όλα στο κράτος, την οικονομία και την κοινωνία, για νέα παραγωγικά πρότυπα και μορφές οργάνωσης της κοινωνίας, και όχι για να μείνουμε ή να επιστρέψουμε σε χρεωκοπημένα πρότυπα του παρελθόντος. Και είναι ένας αγώνας κοινός και στην Ελλάδα, και στην Ευρώπη, και στον κόσμο. Η αριστερά επομένως θα καταξιωθεί ως συνεπής δύναμη αντίστασης μόνο αν αναγνωρισθεί ως δύναμη ανατροπής του νεοφιλελευθερισμού, αλλαγής της κοινωνίας, ελπίδα για μια νέα προοπτική και φορέας του καινούργιου, όπως το απαιτούν οι σημερινές ανάγκες της κοινωνίας, των εργαζομένων, της νεολαίας.


Γιάννης Δραγασάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου