Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Όρκος στη δημοκρατία, ψήφος στους ναζί



Του
Δημοσθένη Παπαδάτου
-Αναγνωστόπουλου


Hταν η πρώτη φορά σε επαναληπτικές εκλογές που ένα τόσο μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος μετέβαλλε την ψήφο του μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Στη γενική αυτή τάση, ωστόσο, υπήρχε μια αξιοσημείωτη εξαίρεση: Σε 11 τμήματα του κέντρου της Αθήνας (ε.κ. 806-816, περιοχή Πανόρμου), οι ψηφοφόροι παρέμειναν αμετακίνητοι στην πρώτη τους επιλογή – παρά τους σοβαρούς λόγους που είχαν, μετά και την 6η Μαϊου, να αναθεωρήσουν. Πρόκειται για τα τμήματα όπου ψήφισαν αστυνομικοί της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, της Άμεσης Δράσης, της ΔΙΑΣ και της Ασφάλειας – τα τμήματα, δηλαδή, όπου η “αντισυστημική” Χρυσή Αυγή έφτασε μέχρι και το 23%.


Για μια ακόμα φορά, λοιπόν, ένας στους δύο αστυνομικούς της Αθήνας ψήφισε τους νεοναζί, συμβάλλοντας στη διάψευση όσων απέδιδαν σε άγνοια μια συνειδητή επιλογή – και επιβεβαιώνοντας μια τάση γνωστή ήδη από τον Ιούνιο του 2009. Τις μέρες εκείνες, όπως ίσως θυμάστε, ο Θανάσης Μπαρτζώκας δημοσίευε έναν πίνακα που εξηγούσε γιατί η “κόκκινη” Καισαριανή εμφανιζόταν φιλική προς την ακροδεξιά: όπως έδειχναν τα στοιχεία, η μαζική υποστήριξη του ΛΑΟΣ και της Χρυσής Αυγής στις ευρωεκλογές του 2009 δεν αφορούσε γενικά τους Καισαριανιώτες, αλλά συγκεκριμένα εκλογικά τμήματα της περιοχής – αυτά στα οποία είχαν ψηφίσει οι άνδρες των ΜΑΤ. Με αυτή την έννοια, εξάλλου, και με βάση όσα γνωρίζαμε και πέρα από τις εκλογές, δεν αισθανθήκαμε σοφότεροι όταν ο Χρήστος Παπουτσής διαπίστωνε, το Μάιο του 2011, έλλειμμα δημοκρατίας στην αστυνομία. Αντίθετα, το πόσο εννοούσε ο ίδιος τα λόγια του (“είναι προτιμότερο να διαλυθεί μια υπηρεσία από το να εκτρέφει τη βία”), το ένιωσαν στα σώματά τους όσοι και όσες πήραν μέρος στις περσινές αντιμνημονιακές διαδηλώσεις του Συντάγματος, ένα μήνα περίπου αφ’ ότου ο υπουργός ΠΡΟ.ΠΟ ανακάλυπτε την Αμερική.

Ακροδεξιές τάσεις και αστυνομική βία

Η εποχή της άγνοιας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και για όλους. Ακόμα και αυτοί που κατακλύζουν το δημόσιο χώρο με ηθικολογίες και αφορισμούς περί συντεχνιών, βίας, ανομίας και “άκρων” (αφήνοντας επιμελώς εκτός την αστυνομική βία και τις ακροδεξιές τάσεις μέσα στο κράτος...), γνωρίζουν πλέον πως το απόστημα στην ΕΛ.ΑΣ όχι μόνο δεν έσπασε, αλλά διογκώθηκε, ενισχύοντας με τη σειρά του μια συμμορία που υποδύεται το νόμιμο κόμμα, πολιτεύεται ωστόσο στην επικράτεια του κοινού ποινικού δικαίου. Το χειρότερο: όχι μόνο η εποχή της άγνοιας παρήλθε, αλλά κρίνοντας από το εκλογικό πρόγραμμα της ΝΔ για την ασφάλεια, βρισκόμαστε ήδη εν αναμονή των επόμενων “μεμονωμένων” κρουσμάτων εκτροπής αστυνομικών – κρουσμάτων που θα (ξανα)προσβάλουν τον δημοκρατικό μας πολιτισμό και θα μας (ξανα)εκπλήξουν, προτού (ξανα)ξεχαστούν όπως όλα τα προηγούμενα.
Σε μια οποιαδήποτε άλλη περίοδο, τα αντανακλαστικά μας ως αριστερών ίσως να σταματούσαν σε ένα αίσθημα κασσανδρικής αυτοδικαίωσης: “Εμείς τα λέγαμε”. Αυτά τα αντανακλαστικά, ωστόσο, αφορούν μιαν άλλη περίοδο. Η αστυνομία στην οποία αναφερόμαστε σήμερα, αυτή που στο κέντρο της Αθήνας εκπροσωπείται κατά το ήμισυ από τους νεοναζί, είναι η ίδια που καλείται να διαχειριστεί διά της πυγμής, αφ’ ενός μια κοινωνική κρίση στο στάδιο της ανθρωπιστικής καταστροφής, αφ’ ετέρου μια πολιτική κρίση που καταγράφηκε με υψηλά ποσοστά αποχής, με την εκτίναξη των νεοναζί και, τελικά, με το σχηματισμό μιας τρικομματικής κυβέρνησης που θα διαχειριστεί το ίδιο αντικοινωνικό πρόγραμμα. Με βάση το πρόγραμμά της,  η Νέα Δημοκρατία έχει εναποθέσει και τις δύο αυτές μορφές κρίσης στην αστυνομία. Δι’ αυτής επιχειρεί να αποκαταστήσει το αίσθημα ασφάλειας - και διατηρώντας άθικτη τη στρατιωτικοποίησή της, όσο κι αν αυτή απέτυχε εκκωφαντικά να εγγυηθεί τα προσδοκώμενα.

Πώς θα σπάσει ο φαύλος κύκλος;

Ισχύει, δυστυχώς, και αντίστροφα: μια αστυνομία που εκπροσωπείται σε τέτοια κλίμακα από τους νεοναζί, είναι αδύνατο να ελεγχθεί από μια Νέα Δημοκρατία που υπόσχεται ασφάλεια στους φτωχούς και στους ηλικιωμένους, εννοώντας ως ασφάλεια την πάταξη των “κουκουλοφόρων” και του μαύρου μπλοκ (!), την ενοποίηση των μηχανοκίνητων μονάδων, την απέλαση αλλοδαπών για την αποσυμφόρηση των φυλακών, την απομάκρυνση χρηστών ναρκωτικών από τα αστικά κέντρα και ...την κατάργηση του νόμου για την ιθαγένεια.
Σωστά λοιπόν η ηγεσία της αστυνομίας διαπιστώνει πως «μεγάλο ποσοστό των αστυνομικών αντιμετωπίζει το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, των λαϊκών κινητοποιήσεων και άλλα κρίσιμα θέματα για την κοινωνική γαλήνη, με την ματιά της Χρυσής Αυγής». Μόνο που το ίδιο ισχύει, δυστυχώς, και για την πολιτική της ηγεσία. Το πόσο φαύλος είναι δε αυτός ο κύκλος, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, στα επίμαχα φαιά τμήματα, η πρώτη επιλογή των αστυνομικών ήταν η πιο ακραία Νέα Δημοκρατία όλων των εποχών.
Τι μπορεί όμως να κάνει η αριστερά για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος;
Κατ’ αρχάς να αναδείξει το πρόβλημα με το όνομά του. Στη Γαλλία, και αντιμετωπίζοντας τη μεταφασιστική εκδοχή της ακροδεξιάς, ο Μελανσόν μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι δεν άφησε “τίποτα να πέσει κάτω απ’όσα έλεγε και έκανε η Λεπέν”. Η ελληνική αριστερά, αντίθετα, μοιάζει να συμμετέχει σε μια τάση “απώθησης” του νεοφασιστικού φαινομένου συνολικά – και της σχέσης του με τους κρατικούς μηχανισμούς ειδικότερα. Για τους αντιπάλους μας, ο νεοφασισμός δεν είναι παρά μια εκδοχή γενικώς “των άκρων”, καθώς, στη λογική τους, το να μιλάμε σήμερα για φασισμό είναι αναχρονισμός της αριστεράς προς ίδιον όφελος. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η αριστερά μοιάζει να πιστεύει πως η (ειδική) ενασχόληση με το πρόβλημα το διογκώνει - άρα προτείνει να αντιμετωπιστούν (γενικώς) οι αιτίες που το δημιουργούν. Με αυτή την έννοια, και ανεξαρτήτως προθέσεων, η αριστερά συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός δημόσιου χώρου, εντός του οποίου η (ναζιστική) ακροδεξιά δεν έχει κανέναν πολιτικό αντίπαλο και κανένα πολιτικό κόστος.

Η αστυνομία φυτώριο ανομίας

Ειδικότερα δε σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των “άκρων” της αστυνομίας με το νεοφασισμό, χρειάζεται η αριστερά να επισημάνει (να επισημάνουμε) μια αντίφαση που στις μέρες μας γίνεται επικίνδυνη. Εδώ και πολλά χρόνια, και στο όνομα της “ασφάλειας”, η πολιτική ηγεσία της αστυνομίας έχει εναποθέσει κρίσιμες πλευρές της κοινωνικής ζωής στην αστυνομία, και ταυτόχρονα έχει αναγάγει την “αποτελεσματικότητα” της αστυνομίας σε ύψιστη αξία, πριμοδοτώντας την ατιμωρησία και τη συντεχνιακή συγκάλυψη. Αυτό που σήμερα παρατηρούμε, ωστόσο, είναι μια κοινωνία όλο και πιο φοβική, και την αστυνομία όχι μόνο να αποδεικνύεται αναποτελεσματική ως προς την εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας, αλλά την ίδια να αναδεικνύεται σε φυτώριο ανομίας – της ανομίας που η ίδια, υποτίθεται, αναλαμβάνει να τιθασεύσει. Την ίδια στιγμή, η πολιτική της ηγεσία υλοποιεί από κεκτημένη ταχύτητα την ίδια αποτυχημένη συνταγή –υπερανάθεσης, στην αστυνομία, καθηκόντων που δεν της αναλογούν–, κι αυτό, ενώ το αίτημα για “αποτελεσματικότητα” έχει καταστήσει άβατο μία δημόσια υπηρεσία που, εν μέρει, λειτουργεί ως (παρα)κράτος εν κράτει.
Είναι λοιπόν προφανές ότι η ενίσχυση της Χρυσής Αυγής στους κόλπους της αστυνομίας, μια επιλογή (μεταξύ άλλων) υπέρ της “ιδιωτικοποίησης” της αστυνόμευσης, είναι προϊόν μιας αποτυχημένης και επικίνδυνης αστυνομοκρατικής λογικής, που φέρει τις υπογραφές των διοικήσεων Χρυσοχοϊδη, Πολύδωρα, Μαρκογιαννάκη και Παπουτσή. Η συνέχιση του δράματος δεν είναι μοιραία. Αρκεί η αριστερά να δουλέψει ώστε να αναδειχτεί το πρόβλημα (και) αυτοτελώς, σε όλες του τις διαστάσεις - αξιοποιώντας την ευρωπαϊκή εμπειρία και απαιτώντας η κοινωνική κρίση να μην επιλυθεί διά της κρατικής και της φασιστικής βίας. Η υποστήριξη των δημοκρατικών θυλάκων και ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων μέσα στην αστυνομία, από κοινού με την κοινωνική εγρήγορση για να αρθεί το άβατο και να αποφευχθούν τα χειρότερα, είναι μια βάση για να ξεκινήσουμε.


ΕΠΟΧΗ 24/6

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου